Στον πρόλογο που συνοδεύει το μεγάλο του μυθιστόρημα, o Θερβάντες, προλαβαίνοντας τυχόν παρεξηγήσεις, από την πλευρά του αναγνώστη, κοινοποιεί το μυστικό του ύφους, της φόρμας της αφήγησης και την βαθύτερη πρόθεση του.
Το κάνει συγκεκαλυμμένα με τρόπο θεατρικό, φορώντας την μάσκα αδέξιου και αμήχανου μυθοπλάστη, τάχα για να δικαιολογήσει ατέλειες και ψεγάδια που ενδέχεται να του ψέξουν, όχι βέβαια, οι αναγνώστες αλλά οι γραμματικοί, βέβαιος σχεδόν ότι οι τελευταίοι θα οχυρωθούν πίσω από τα ακαδημαϊκά ήθη της εποχής που επέβαλλαν έργα όχι γι΄αυτό που είχαν να πουν και τον τρόπο με τον οποίο ήταν γραμμένα, αλλά μέσω των τύπων (εγκώμια, σχόλια, σονέτα, βιβλιογραφικούς καταλόγους κλ.) στους οποίους κατέφευγαν μέτριοι συγγραφείς προκειμένου να εξασφαλίσουν το κύρος της αρμοδιότητάς τους.
Προσποιούμενος τον εξαιρετικά ανήσυχο για το γεγονός ότι τέτοια τεκμήρια λογιότητας απουσιάζουν από το έργο του, ο Θερβάντες μηχανεύεται την σκηνή με τον χαριτωμένο και πολύ γνωστικό φίλο που καθώς προσπαθεί να τον πείσει πόσο εύκολο είναι να καλύψει το κενό της απουσίας τέτοιων τεκμηρίων που θα επιβεβαίωναν το κύρος και την αξία του, ξεσκεπάζει ταυτόχρονα την ψευτιά τους .
Πίσω από το θέατρο της αμηχανίας, διαφαίνεται η πρόθεσή του να απευθύνει το έργο στο πλήθος των αναγνωστών που διαβάζοντάς το θα ευχαριστηθεί και θα μάθει, χωρίς τη μεσολάβηση των ειδικών που θα το επέβαλαν στην κοινή γνώμη, αν ήταν στα μέτρα τους.
Λίγα χρόνια αργότερα, ο Ντεκάρτ γράφει κάποια έργα του στα γαλλικά, μήπως μπορέσουν να τα διαβάσουν και οι γυναίκες που δεν κατείχαν την επίσημη γλώσσα του γραπτού λόγου, τα λατινικά, ώστε να γίνουν κι αυτές μέτοχοι της ριζικής ρήξης με το παρελθόν που εγκαινιάζει ο ίδιος, διαχωρίζοντας, με τρόπο απόλυτο, την ratio ως καθαρή σκέψη από τους κόσμους της τρέλας και του ονείρου.
Μιαν ανάλογη κι εξίσου απόλυτη διάθεση εκφράζει και ο Θερβαντες, τραβώντας, όμως, το σχοινί από την άλλη μεριά, όταν γράφοντας τον Δον Κιχώτη για τους συγχρόνους του, δίνει στη λογοτεχνία της μεταβατικής εποχής του την δυνατότητα και τον τρόπο να επαναδιαπραγματευθεί την ρήξη με τις προκαταλήψεις του παρελθόντος που επιζητεί το αναδυόμενο, τότε, νέο επιστημονικό πνεύμα.
Ο κόσμος της τρέλας και του ονείρου τον οποίο θέτει υπό διωγμόν η νέα μαθηματική επιστήμη έτσι όπως προδιαγράφεται μέσα στην βακωνική ουτοπία, στην γαλιλεϊκή επιστήμη και στον καρτεσιανό κανόνα του σκέπτεσθαι, ανάγοντας τον φυσικό χώρο και χρόνο σε απόλυτα μεγέθη που συμπαρασύρουν στην ιδεοποίησή τους το αισθητό για να το μετατρέψουν σε μιαν αφηρημένη και άψυχη πραγματικότητα, στο μυθιστόρημα του Θερβάντες γίνεται το σκηνικό της καθημερινής ζωής των ηρώων, αλλά και των ανθρώπων της εποχής, κατάλληλο μάλιστα να χωρέσει το θέμα μιας καλοστημένης ηρωϊκής αναζήτησης που κινεί τα νήματα της αφήγησης, κρυμμένη πίσω από την ελαφράδα και το γέλιο που προκαλούν οι περιπέτειες του κεντρικού ήρωα. Ενός ήρωα που ο θρύλος του, στους αιώνες που ακολούθησαν, δεν έπαψε να ανταγωνίζεται εκείνον του Οδυσσέα.
Ο αναγνώστης καλείται να πάρει μέρος στην δονκιχωτική αναζήτηση, ει δυνατόν πνιγμένος στα γέλια, με την ασφάλεια που του παρέχουν οι συνεχείς ανατροπές και τα πλήγματα που είναι τάχα σε θέση να καταφέρει ο κοινός νους δια στόματος του Σάντζο Πάντσα στην υψιπέτεια του ήρωα να μεταγγίσει στα ήθη των ανθρώπων της εποχής του το υψηλό φρόνημα που ενέπνευσε σ’ υτόν και στον συγγραφέα του η ιπποσύνη.
Σκοπος του, όπως διαβεβαιώνει ο φανταστικός φίλος που τον επισκέπτεται καταμεσής του προλόγου, είναι να γκρεμίσει την μηχανή των ιπποτικών βιβλίων γιατί κρίνεται κακοθεμελιωμένη (machine mal assurέ, στην γαλλική εκδοση ). Να την γκρεμίσει για να την ξανα θεμελιώσει σωστά και στέρεα, στήνοντάς την αυτή τη φορά, μέσα στην καθημερινή ζωή των μη λογίων και των απλοϊκών που μπορούν να γίνουν ιδάλγοι και οι ίδιοι, πράγμα που τα ιπποτικά βιβλία τούς το απέκλειαν, από την καταγωγή και την φτώχεια τους .
Ξαναστήνοντας την κακοθεμελιωμένη μηχανή των ιπποτικών βιβλίων, το έργο, δρώντας καταλυτικά, ανακατασκευάζει το πνεύμα της ιπποσύνης που τα ιπποτικά αναγνώσματα , από την φτιάξη τους, ήταν αδύνατον να μεταδώσουν στους αναγνώστες τους. Μόνο μέσω της επανακατασκευής του μύθου, το πνεύμα της ιπποσύνης, από ιδεόπλαστο ιδανικό των ευγενών της παλιάς φεουδαρχίας, μπορούσε, τώρα, να διαχυθεί στα ήθη των απλών ανθρώπων ( και των αναγνωστών) και να τα αλλάξει.
Πίσω από την πόζα του απολογούμενου, διαφαίνεται η αποφασιστικότητα του δημιουργού, ακολουθώντας την λογοτεχνική παράδοση που είχε για μέτρο του, να μεταστρέψει την ποιητική ιδεοπλασία του λογοτεχνικού παρελθόντος σε μυθιστορηματική ηθοπλασία ικανή να ανταποκριθεί στο αίσθημα (στις ψυχικές ανάγκες ) της εποχής του.
Λοιδορώντας τις ιπποτικές φυλλάδες που κατανάλωνε το αναγνωστικό κοινό, αλλά και ο ήρωας που πλάθει, ο Θερβάντες διασώζει τον συστατικό λόγο του ιδεατού σχήματος της ιπποσύνης, την ανάγκη που το έκανε να γεννηθεί. Και θα ήταν αδύνατο να το κατορθώσει, αν δεν ανέτρεπε το ατελέσφορο αναμάσημά του μέσα στις ιπποτικές φυλλάδες που το συντηρούσαν με την άψυχη αντιγραφή.
Το ελατήριο που κινεί τον μύθο της ιπποσύνης που ξαναπλάθει, αλλά και τις περιπλανήσεις του ήρωά του, φαίνεται να είναι ο γυρισμός, κατά παράδοξο κι αντιφατικό τρόπο, αφού η συνθήκη για τις περιπέτειες του Δον Κιχώτη είναι η απόφαση να φύγει και όχι η επιθυμία να επιστρέψει στο σπίτι. Ο δικός του νόστος που μοιράζεται με τον συγγραφέα αφορά το παρελθόν που απειλεί η λήθη. Η επίμονη υπόμνησή του μετατρέπει τις νέες περιπλανήσεις της ιπποσύνης που μηχανεύεται, σε αναζήτηση νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ίδια αναζήτηση, σ ένα απώτερο μέλλον, θα ταυτισθεί με το φιλοσοφικό φανέρωμα της α-λήθειας.
Ετσι, ενώ μαθαίνουμε από τον σκηνοθετημένο φίλο ότι η πρόθεσή του συγγραφέα ήταν το στραπατσάρισμα των ιπποτικών βιβλίων, στο τέλος του προλόγου, πληροφορεί ο ίδιος τον αναγνώστη ότι ο Δον Κιχώτης παραμένει ο πιο αγνός εραστής και ο πιο γενναίος ιππότης, αν όχι όλου του κόσμου, τουλάχιστον για τους ανθρώπους του κάμπου του Μοντιέλ. Και τον διαβεβαιώνει, ακόμη και αν δεν είναι ένας από τους κατοίκους του κάμπου του Μοντιελ, ότι του γνωρίζει έναν ιππότη ξεχωριστό και τιμημένο . Το γεγονός ότι ο ιππότης του είναι ένας απλός κτηματίας καθόλου πλούσιος που αδυνατεί να πληρώσει κι αυτόν ακόμη τον υπηρέτη του, έχει τον λόγο του: διευκολύνει την εξοικείωση του αναγνώστη με τον ήρωα. {Ο Αουερμπαχ, στην εξαιρετική ανάγνωσή του του Δον Κιχώτη, πολύ σωστά επιμένει στην σημασία που έχει η αναπαράσταση της καθημερινής ζωής των απλών ανθρώπων μέσα στο έργο του Θερβάντες.}
Για τον ίδιο ιππότη, τον ήρωά του, στην αρχή του προλόγου, ο Θερβάντες ομολογεί ότι ο Δον Κιχώτης είναι δικό του παιδί, σύμφωνα με το νόμο της φύσης που ορίζει κάθε πράγμα να γεννά το όμοιο του. Δια της μυθιστορηματικής ταύτισης με τον ήρωα που πλάθει, ο συγγραφέας που είναι κι αυτός μέρος του μυθιστορήματος, ορίζει ένα πρόσωπο για το πρόσωπό του . Παρ’ολ’ αυτά, στην ίδια παράγραφο, σπεύδει να ξεκαθαρίσει την θέση του, πράγμα που σχετικοποιεί την ομολογημένη πατρότητα : ο ίδιος, μάς λέει, δεν είναι (δεν φέρεται σαν να είναι) ο φυσικός πατέρας του ήρωα, αλλά έα είδος μητριάς του, μόνο και μόνο γιατί δεν είναι διατεθειμένος να του πλέξει εγκώμια (πράγμα που κάνει κάθε αληθινός γονιός για το παιδί του, χαρισματικό η κακάσχημο).
Το τι είναι ο Δον Κιχώτης, αυτό ο Θερβάντες το αφήνει στην κρίση του αναγνώστη. Αναλαμβάνει μόνον την ευθύνη να μην τον παραπλανήσει με περιττά φτιασίδια με τα οποία οι αληθινοί πατεράδες και οι ατάλαντοι αφηγητές κρύβουν συνήθως, οι μεν, τις αδυναμίες των παιδιών τους, οι δε, την μετριότητα των ηρώων τους, πράγμα που ο Θερβαντες βγάζοντας προς στιγμήν την μάσκα του αμήχανου κι ανασφαλούς, δηλώνει ευθαρσώς ότι δεν το έχει ανάγκη η δική του αφήγηση.
Παρά την ανησυχία και την αμηχανία του αδέξιου συγγραφέα που υποδύεται, δύσκολα κρύβεται η στόφα του αληθινού δημιουργού που αρνείται να ιδεοποιήσει τον ήρωά του με τη βεβαιότητα ότι ο συγγραφέας παραπλανά τον αναγνώστη, όταν πλανάται ο ίδιος.
Στον Δον Κιχωτη, την παραπλάνηση και την πλάνη τα απορροφά η περιπλάνηση σαν να ήταν οι κραδασμοί που με τους ήχους και τα τραντάγματα που προκαλούν, υπενθυμίζουν τις διεργασίες που γίνονται κάπου βαθύτερα και την ετοιμάζουν.
Ισχυρίζομαι, λοιπόν, ότι ο Θερβαντες εμπνέεται τον ήρωά του από την ανάγκη να διασώσει το λογοτεχνικό παρελθόν που ανάγεται στην ποίηση των τροβαδούρων. Και δρα καταστατικά, με την επινόηση που είναι δημιουργία (ως) εκ του μη όντος, πράγμα που δεν είναι η αναπαραγωγή (το remake).
Τα ιδεόπλαστα ιδανικά που καλλιέργησε η ποίηση των τροβαδούρων, με κεντρικό ανάμεσά τους, το ιδεώδες της ιπποσύνης, δοκιμάζονται ως προς την αντοχή τους μέσα στο ιστορικό πλαίσιο του παρόντος, με τη συνέργεια της δημιουργικής φαντασίας που τα ζωογονεί και τα καθιστά ενεργά, ικανά να κινήσουν τα νήματα της νέας, εντελώς επινοημένης αφήγησης. Αυτά αντιπαραθέτει ο Θερβάντες, μέσω του ήρωά του, στο μεταβατικό πνεύμα της εποχή του που είναι πρόθυμη και έτοιμη να θυσιάσει τον αληθινό κόσμο της ζωής, όπου ξετυλίγεται η φύση των ανθρώπινων πραγμάτων, στην ανάγκη για βεβαιότητα, μετατρέποντας τον κόσμο αυτό (ως ολότητα εμπειρίας και νοημάτων) σε φαινομενικότητα. Γιατί, αντίθετα με την βλέψη της ποίησης να φανερώσει το μυστικό της φύσης των ανθρώπινων πραγμάτων, η βλέψη της επιστήμης είναι, τώρα, να κυριαρχήσει πάνω της . Το πρόσταγμα θα δοθεί από τον Μπέικον και στην συνέχεια, από τον Ντεκάρτ.
Ολη η δυσκολία που έχει να ξεπεράσει, και φαίνεται πως είναι ανυπέρβλητη, αφού φιλοδοξία του Θερβάντες δεν είναι να γράψει μιαν ακόμη ιπποτική φυλλάδα, είναι να μεταδώσει στους αναγνώστες το αίσθημα που διακατέχει τον ίδιο. Είναι το αίσθημα που γεννά στον συγγραφέα, (σε κάθε αληθινό συγγραφέα) η νικηφόρα σύγκρουση του ποιητικού ιδεώδους με το πραγματικό. Αυτό το αίσθημα τον κάνει να γράψει κι αυτό ζητά να εκφράσει και να μεταδώσει στους αναγνώστες. Την ωρα που ο ανίδεος θρηνεί την αποδυνάμωσή του, ο επιπόλαιος διακωμωδεί την χρεωκοπία του και ο δέσμιος του συρμού συγγραφέας είναι έτοιμος να το θάψει, αυτό διασώζεται, μέσα από την προσπάθεια του δημιουργού να το μεταπλάσει. Ο Nτενί ντε Ρουζμόν θυμίζει στους αναγνώστες του αυτό που θεωρεί αυτονόητο ο ίδιος, ότι, δηλαδή, σκοπός του μυθιστορήματος είναι να αντιπαραθέσει την πλασματική κατασκευή ενός ιδεώδους στην τυραννική πραγματικότητα ( βλ. « Ο έρωτας στην Δύση», εκδ. Ινδικτος σ. 37)
Τα ιδεόπλαστα ιδανικά που γέννησε η προβηγκιανή ποίηση, η μεταβατική εποχή του τέλους του 16ου αιώνα τα είχε προ πολλού αφήσει πίσω της, όταν ο νεοπλατωνικός μυστικισμός είχε ήδη εξαργυρωθεί με τον σατυρικό κυνισμό ενός Λουκιανού έτσι όπως αυτός αναβίωνε στα έργα του Ραμπελαί. Παρά τον διαφωτιστικό πρόλογο που συνοδεύει τον Γαργαντούα του, η φάρσα, μ’ όλο το υψηλό ύφος που κατακτά χάρη στο ελεύθερο παιγνίδι της φαντασίας πάνω στην ευρυμάθεια, είναι σα να έδωσε την άδεια στην ορθολογική μηχανή να απαξιώσει τα λογοτεχνικά ιδεατά σχήματα. Για τον Θερβαντες, ωστόσο, η ποίηση των τροβαδούρων διατηρεί τον χαρακτήρα πηγής που αναβλύζει . Η ζωντανή πηγή που από μέσα της ξεχύνεται το νερό για να ποτίσει τις άνυδρες εκτάσεις του παρόντος, είναι το παρελθόν της. Αυτό, ζωογονώντας το παρόν , κυλάει προς την θάλασσα που είναι το μέλλον.
Διακωμωδώντας τον ήρωα που κυνηγάει τα ιδανικά που γέννησε το απώτερο παρελθόν, όχι μάταια, τα διασώζει ό ίδιος με τον τρόπο που μιλάει γι’ αυτά. Πολύ περισσότερο που η πένα του κάνει τους αναγνώστες να τους μιλάει αυτό που διαβάζουν, χωρίς τη λόγια διαμεσολάβηση. Κι αν τους μιλάει κατευθείαν στην καρδιά είναι γιατί, παρά τα όσα διατείνονται οι επιστήμονες και οι σοφοί, η πένα που το πετυχαίνει είναι παλαβή και σοφή, δέσμια της πιο τρελής φαντασίας.
Ετσι, αντί να δώσει στον μύθο που πλάθει τις διαστάσεις μιας εξωπραγματικής κατασκευής που θα αναζωπύρωνε, με τον αναχρονισμό της, τις χίμαιρες και τις αυταπάτες, ο Θερβάντες τον μετατρέπει σε μηχανή αποκρυστάλλωσης του παλιού μύθου της ιπποαύνης1.
Ο δονκιχωτικός μύθος αποκρυσταλλώνοντας τον παλιό μύθο της ιπποσύνης, απελευθερώνει τους αναγνώστες του από τις ψευδαισθήσεις και τις χίμαιρες που γεννούσαν οι απομιμήσεις του, τα κακοφτιαγμένα ιπποτικά αναγνώσματα. Πράγμα που απελευθερώνει το αίσθημα που δοκιμάζει, γράφοντας για τον ιππότη της Μάντζα . Αυτό θα δοκιμάσει όποιος διαβάσει το κείμενο.
Ο μύθος του Δον Κιχώτη, αντί να κρυσταλλώνεται, όπως συνέβαινε με τα κακοφτιαγμένα ιπποτικά μυθιστορήματα, διαλύει τα κρυσταλλώματα. Και το κάνει, δρώντας σ΄ένα δικο του πεδιο, πεδίο μυθιστορηματικό, που καλύπτει τις νεες ανάγκες του αισθήματος και του αναστοχασμού, ακριβως στους αντίποδες του ορθολογικού πεδίου που καλύπτει τις νεες ανάγκες της διάνοιας.
Οι νέες ανάγκες του αισθήματος, ριζωμένες στο παρελθόν, είναι κοινές σε όλους, γραμματικούς και απλοϊκούς, λόγιους και ανεπιτήδευτους.
./.
Σ’ αυτό το νέο πεδίο δράσης του μύθου, το μοτίβο της ιπποσύνης στο οποίο κατεφυγε η προβηγκιανή ποίηση και οι συνεχιστές της για δυο αιώνες, φιλτράρεται μέσα από το μοτίβο της τρέλας που ζωογονεί την εικονογραφία και την λογοτεχνία της Αναγέννησης, ως και τον 15ο αιώνα, όταν πλέον η περιπλάνηση του ιππότη θα εννοηθεί ως περιπλάνηση του τρελού.
Ζώντας σε μιαν εποχή μετάβασης που ζητα να επιβάλλει την εξουσία της ratio, ο Θερβάντες επιμένει στη δύναμη που ασκεί ο μύθος στην καρδιά των ανθρώπων. Μακριά από τα ιερά κείμενα και πέρα από την αστρονομία και τη γεωμετρία της εποχής (όπως λέει στον Πρόλογο), οι ανθρώπινες ιστορίες και τα παραμύθια έρχονται να φανερώσουν μέσα στον κυκεώνα της καθημερινής τριβής με το αισθητό και την φαινομενικότητα του, εκείνες τις νοητές σταθερές που κινούν τις ανθρώπινες καταστάσεις.
Είναι η εποχή που μετά την ιπποσύνη, η τρέλα έχει κάνει κι αυτή τον δρόμο της, περνώντας, μέσω της τέχνης, στο συναίσθημα των ανθρώπων. Και μάλιστα με τρόπο πολύ πιο δραματικό. Γιατί, ενώ η ιπποσύνη φανέρωνε την αποφασισμένη δράση της αναζήτησης πάνω στο άλογο, η τρέλα υποδηλώνει το σκοτεινό κι αθέλητο πάθος του σαλεμένου μυαλού που ξανοίγεται στο χάος του ωκεανού της ψυχής, πάνω σ΄ένα καράβι .
Στο κεφαλαιο Stultifera Navis με το οποίο ανοίγει την Ιστορία της τρέλας, ο Φουκώ παρατηρεί ότι από τον 15ο, αιώνα και μετά, η τρέλα που είχε πάρει ως τότε, διαστάσεις μιας τρομερής κοσμικής δύναμης, μετατοπίζεται από τα έγκατα της γης στα βάθη της συνείδησης. Αλλά είτε στα έγκατα της γης είτε στα βάθη της συνείδησης, διατηρεί τον χαρακτήρα πυρηνικού στοιχείου της φαντασίας. Αλλά ο Φουκώ δεν στρέφει την προσοχή του σ’ αυτή την κατεύθυνση.
Η φαντασία που η ιδεαλιστική φιλοσοφία του τέλους του 18ου αιώνα και λίγο αργότερα ο Ρομαντισμός θα αναδείξουν ως το ελατήριο της ανθρώπινης ελευθερίας, παίρνει, μέσα στον 16ο αιώνα, την μορφή της μανίας, και της παλαβομάρας, έτσι που αντί για τρόμο να προκαλεί το γέλιο . Το γέλιο που πνίγει τον τρόμο είναι μια αντίδραση–κλειδί που επιτρέπει στον άνθρωπο, εξορκίζοντας τον εφιάλτη που του προκαλούν, να συμφιλιώνεται με τα πάθη του.
Την τρέλα ως σκοτεινή δύναμη που βυθίζει τη συνείδηση στα έγκατα της γης , όπως είπαμε. θα την αποκλείσει ως το άλλο της , λίγα χρόνια αργότερα, η καρτεσιανή ορθολογικότητα, προκειμένου να υπάρξει η ίδια ως καθαρή ταυτότητα. Η παρατήρηση της Χάννα Αρεντ (βλ. Η ανθρώπινη κατάσταση ) ότι με την καρτεσιανή φιλοσοφία, το κέντρο του κόσμου μετατοπίζεται στην ανθρώπινη συνείδηση φυσικά ισχύει, απλώς δεν δίνει την έμφαση που χρειάζεται στο γεγονός ότι πρόκειται για μια συνείδηση απογυμνωμένη από όλα εκείνα τα μη ορθολογικής τάξης στοιχεία (συναισθήματα και βιώματα, ψυχικές παραστάσεις, δηλαδή) που την συνδέουν με τον φωτεινό και σκοτεινό κόσμο της ζωής.
Η συνείδηση αποκομμένη από τον κόσμο της ζωής και της τρέλας, θα παραμείνει ένα κλειστό εγωτικό κύκλωμα έως ότου ξαναμάθει να ανοίγεται στον κόσμο, περνώντας μέσα από τη μυστική διοδο του συναισθήματος. Αλλά για να το ξαναμάθει, θα χρειαστεί να περάσουν ακόμη διακόσια χρόνια ιστορίας της νεώτερης ευρωπαϊκής σκέψης . Η τελευταία αντιμέτωπη με το μπαρόκ και τον κλασικισμό, θα ανακαλύψει εκ νέου κάτι που είχε ξεχάσει, , αποκομμένη από την ελληνο-ρωμαϊκή παράδοση : ότι η τεχνη αντιμέτωπη με τις ομορφιές της φύσης και τους εφιάλτες της ανθρώπινης ψυχής μεταλλάσει το συναίσθημα που γεννούν και η φύση και η ψυχή σε κοινό αίσθημα του ωραίου και του υψηλού, αντίστοιχα .
Εως ότου ξαναγίνει αυτό, στα τέλη του 18ου αιώνα, μέσα από την κριτική που άσκησαν ποιητές και φιλόσοφοι στον Διαφωτισμό, η σκέψη θα παραμείνει το κλειστό σολιψιστικό σύστημα στο οποίο την μετέτρεψε η βλέψη της για κυριαρχία.
Όπως μας δείχνει ξεκάθαρα το σύστημα εγκάθειρξης που την θέσμισή του από τον 17ό αιώνα και μετά, παρακολουθεί ο Φουκώ, η νεώτερη Ευρωπαϊκή σκέψη για να εδραιώσει την κλειστότητά της, υποχρεώθηκε να αποκλείσει από το σύστημά της το όνειρο και την τρέλα, ανταλλάσσοντάς τα με την αμφιβολία που θα σπεύσει να την ξεκάνει κι αυτή μέσα σε σχηματικά κατασκευασμένες απόλυτες βεβαιότητες. Και για να το πετύχει, αναγκάζεται, την εποχή που ζει ο Θερβάντες, να σβήσει από την μνήμη της (πράγμα που ο Λάιμπνιτς θα καταλογίσει στον Ντεκαρτ) τον αρχαίο λόγο που διεκδικούσε το όλον. Ο αρχαίος λόγος περιείχε και το άλλο μέσα του προκειμένου να μπορεί έτσι να υψωθεί σε όργανο θέασης όχι μόνον του αισθητού αλλά και του υπεραισθητού.
Αντίθετα, η νέα καρτεσιανή ορθολογικότητα φιμώνει τη γλώσσα της τρέλας με όπλο την γλώσσα των μαθηματικών που της χαράζει τα όριά της, διαιρώντας το όλον σε μέρη, αναλύοντας την ευθεία σε σημεία και ανάγοντας το πολύπλοκο σε απλό. Το ελατήριο που υποκινεί τις διαιρέσεις, τους αναγωγισμούς και τους αποκλεισμούς που αναλαμβάνει η νέου τύπου ορθολογική σκέψη είναι το σπάσιμο των δεσμών με το παρελθόν και αν ψάχναμε να εντοπίσουμε τι στήριξε αυτή την βίαιη μετατόπιση στο παρόν, θα βρίσκαμε πίσω απ’ αυτήν, την βεβαιότητα, φυσικά, ότι το παρελθόν ήταν η μήτρα που κυοφορούσε την προκατάληψη. Το γεγονός ότι μαζί με την προκατάληψη κυοφορούσε και το συναίσθημα ήταν ένας παραπάνω λόγος γι’ αυτή την τροπή.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα που καθορίζει το πνεύμα της εποχής του, ο Θερβάντες ξαναχρίζει ιππότη τον Δον Κιχώτη, έναν ήσυχο και άκακο τρελό, επειδή κάτι τον καίει που τον κάνει να παρατάει την ήσυχη ζωή του φτωχού γαιοκτήμονα. Η πλανόδια ιπποσύνη του 12ου και 13ου αιώνα, όπως είπαμε, είχε ήδη δώσει τη θέση της στην περιπλανώμενη τρέλα. Κι ενώ ο μεσαιωνικός ιππότης έβγαινε με τη θέλησή του από τα τείχη για να αναζητήσει μέσα στην περιπέτεια τα ιδεόπλαστα ιδανικά του, ο τρελός ώς και στην ύστερη Αναγέννηση, εξαναγκάζεται δια της βίας να εγκαταλείψει τα τείχη. Η ψυχή-άλογο που μετέφερε τον μαχητή ιππότη είχε ήδη μετατραπεί σε καράβι ή βάρκα που μετέφερε τον παραδομένο τρελό. Η βία που έσυρε την τρέλα έξω από τον κόσμο της διαύγειας και της ευκρίνειας ήταν ο μοχλός προκειμένου το ιδεόπλαστο ιδανικό που κινούσε την ποίηση (και την ζωή) να γίνει αναγνωρήσιμο μέσα στο χώρο της επιστήμης ως ορθολογική διαδικασία ιδεοποίησης του αισθητού. Κόντρα, όμως, σ΄ αυτή την απογύμνωση που έπρεπε να υποστεί ο κόσμος της ζωής για να κατανικήσει την προκατάληψη, το θύμα της τελετουργικής αποδιοπομπής που υπήρξε ο τρελός, ζωντανεύει, στο μυθιστορηματικό πεδίο, ήρεμα, χωρίς δραματικότητες, σχεδόν λογικά, αντικαθιστώντας τον τόνο του εφιαλτικού με τον τόνο του κωμικού, που κρίνεται ως ο πλέον κατάλληλος να αναμείξει την σοβαρότητα του εγχειρήματος της ηθοπλασίας με την χαρά της αφήγησης.
Ο Θερβαντες βάζοντας τον τρελό πάνω στο άλογο ξαναφέρνει στη μνήμη του αναγνώστη τα ιδανικά που κουβαλούσε στη ράχη του μαζί με τον καβαλάρη-ιππότη. Μετά το γκρέμισμα του γοτθικού συμβολισμού, η τρέλα είναι η μόνη ψυχική κατάσταση κατάλληλη να φέρει στα μέτρα της ελεύθερης φαντασίας την λατρεία της εξιδανικευμένης γυναίκας αλλά και της αλήθειας που γεννά το υψηλό φρόνημα. Έτσι, την τρέλα που η σκοτεινή δύναμή της είχε κατακυριεύσει τον δυτικό άνθρωπο και τον έκανε να μετατοπίσει την αγωνία του από τον θάνατο, στις ακραίες καταστάσεις με τις οποίες τον απειλεί η ζωή (από την συντέλεια του κόσμου ως την συντέλεια του λογικού) ο Θερβάντες την μετατρέπει σε καλό αγωγό μετάδοσης ξεχωριστών αισθημάτων. Η τρέλα που τρομαζε και σαγήνευε με τις τερατώδεις μορφές με τις οποίες την απέδιδαν ο ποιητής και ο ζωγράφος του 15ου αιώνα , απομαγεύεται, μέσα στον μοντέρνο μύθο που φτιάχνει ο ίδιος για να αποδώσει τώρα τη μανία ενός γνωστικού-τρελού που για να τα διεκδικήσει, πρέπει να αναστατώσει την ρότα της καθημερινής του ζωής.
Αυτός ο γνωστικός-τρελός στον οποίο ο συγγραφέας αναγνωρίζει τον εαυτό του, σαγηνεύει χάρη στην παλαβομάρα με την οποία εκφράζει το υψηλό φρόνημά του, όπως στο παρελθόν σαγήνευε ο περιπλανώμενος ιππότης με το πάθος του ιδεόπλαστου έρωτα που τον έκανε να περιφρονεί την σαρκική ηδονή και τον γάμο που μπορούσε να του την εξασφαλίσει .
Με την απομάγευση της τρέλας, το μόνο που είναι σε θέση να την αναπαραστήσει μέσα στο μυθιστόρημα είναι η φαντασμάρα ενός μανιακού που χάρη στο γέλιο που προκαλεί, μας μαθαίνει, αυτά που δεν θα μπορούσε να μας μεταδώσει ο πληκτικός μέχρι θανάτου διδακτισμός. Ο Αουερμπαχ στην Μεταμ’ορφωση της Δουλτσινέας , κάνει μια παρατηρηση που είναι κλειδί για την ερμηνεία του έργου: Ο Σαντζο Παντσα ενώ επιτιμά και ειρωνεύεται τον αφέντη του, μαθαίνει από το ήθος του. Κι όταν πια κουρασμένος ο Δον Κιχώτης ζητα να δωσει τέλος στην περιπλάνηση, αυτός που έχει αντιρρήσεις είναι ο άξεστος Σάντζο Πάντσα που κάποτε την κορόιδευε.
Αυτή η απομαγευμένη, ακίνδυνη τρέλα φέρνει τον συγγραφεα και στη συνέχεια, τον αναγνώστη αντιμέτωπο με το όριό τους. Παραφυλάγοντας πίσω από το κοίταγμα στον καθρέφτη, ενώ κάποτε πέτρωνε το φοβισμένο βλέμμα, τώρα, το κάνει άφοβο να γελά. Αυτό που το ξεφοβίζει είναι η συνειδητοποίηση ότι η γνώση και η μανία αστοχούν, όταν δεν πάνε μαζί. Αλλά ποιός είναι ο στόχος που πετυχαίνουν, όταν πάνε μαζί ;
Ο Θερβαντες επιμένει στο ιδεοπλαστο ιδανικό της ιπποσύνης, που εκφράζει την αναζήτηση του απόλυτου. Αυτή υποκινεί και την δικη του μυθοπλασία. Αναθέτοντάς την στον τρελαμένο ιππότη που είναι ο ήρωάς του, την έχει αναλάβει προηγουμένως ο ίδιος .
Η άρνησή του να μπει στο ρεύμα της σύμβασης που καθιερωνει η λογιότητα πάει χέρι χέρι με την άρνηση του να προσαρμοσθεί στο πνεύμα του καιρού του που επιζητεί να επιχωματώσει τις παλιές ( ως να ήταν αιώνιες) αξιες, κάτω από τον σωρό των νέων συμβάσεων. Η res cogitans ιδεοποιει την αισθητη πραγματικότητα. χρησιμοποιώντας τα μαθηματικά και σχηματοποιώντας την, την αποκόβει από τον κόσμο των βιωμάτων και των νοημάτων που ενοικούν μέσα της.
Ο άνθρωπος που θα ανατρέχει στο εξής στον επιστημονικό αντικειμενισμό για να μάθει τα μυστικά του κόσμου μέσα στον οποίο ζει, θα διαπιστωνει ξανά και ξανά ότι ο κόσμος αυτός σχηματοποιημένος, αφηρημένος και τυποποιημένος, είναι ξένος από τις ψυχικές παραστάσεις του όπου φωλιάζουν οι πόθοι κι οι αξιώσεις του, ξένος ακόμη κι από την καθημερνή εμπειρία του .
Αυτοί οι καταχωνιασμένοι πόθοι και οι αξιώσεις που υποκινούν κάθε αναζήτηση του απόλυτου, αναδύονται στην επιφάνεια, περνώντας μέσα από το φίλτρο της μανίας ενός παλαβού που προκαλώντας το γέλιο μας, μας αναγκάζει να τις ξανασκεφθούμε στα μέτρα του δικού μας καιρού.
./.
Σ΄αυτά τα μέτρα, στο μυθιστόρημά μου α Γυναίκες ή σκοτεινή ύλη
(Νοεμβρ. 2004, εκδ. Κέδρος, σ. 345), υποτίθεται ότι απευθύνομαι στις γυναίκες. Αλλά οι γυναίκες δεν νοούνται χωρίς τους άνδρες και το αντίστροφο, όπως πολύ εύστοχα αφήνει να εννοηθεί ο Μαρξ όταν παραλληλίζει τα δυο φύλα με τον Βόρειο και τον Νότιο πολο. Εδώ το πλανητικό όλον είναι ο άνθρωπος μοιρασμένος στα δυο φύλα που το ένα δεν μπορεί να ζήσει χωρίς το άλλο, παρά μόνο διαμελισμένα, και δυστυχισμένα, από την εποχή ακόμη του Πλατωνικού συμποσίου.
Στην πραγματικότητα, δεν έχω πού να απευθύνω το μυθιστόρημα αυτό. Οι έλληνες αναγνώστες-καταναλωτές ως επί το πλείστον, αποκομμένοι βίαια από την ελληνο-ευρωπαϊκή παράδοση, δεν ενδιαφέρονται να παρακολουθήσουν μιαν ιστορία που , ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, τους φαίνεται ανιαρή και ανούσια.
Η αφήγηση φαίνεται ανιαρή, γιατί αντί να ζωντανεύει την πλοκή της ζωής των ηρώων, την χωνεύει. Οι ήρωες θέλουν να ζήσουν σαν άνθρωποι, πράγμα που είναι εξ ορισμού αδύνατο χωρίς τον αναλογισμό που καταλύει την αμεσότητα των αντιδράσεων. Παρακολουθώ και αναπλάθω, λοιπόν, τον αναλογισμό γεγονότων και καταστάσεων ανθρώπων που θέλουν να ζήσουν σαν άνθρωποι. Σαν άνθρωποι κι όχι σαν άγγελοι. Το τονίζω αυτό γιατί όλοι ξέρουμε πως δεν υπάρχουν άγγελοι. Υποχρεωθήκαμε να το μάθουμε. Οσοι υπήρξαν, είναι αποκυήματα της φαντασίας ανδρών δημιουργών.
Γράφοντας το βιβλίο, δεν είχα κατά νου φωτεινούς αγγέλους, αλλά σκοτεινά ανθρώπινα πλάσματα. Κρυσταλλωμένα μέσα στους πρόχειρους μύθους της μαζικής κατανάλωσης.
Το ενδιαφέρον του βιβλίου, ίσως, είναι ότι ο βασικός ήρωας που θέλει να ζήσει σαν άνθρωπος είναι γυναίκα. Πόσο μάλλον που τέτοιοι πόθοι δεν είναι αθώοι. Είναι όμως ευφάνταστοι, ικανοί να μετατρέψουν τη ζωή ανδρών ή γυναικών σε μικρές ή μεγάλες οδύσσειες.
Από μια γυναίκα που ζει στην Ελλάδα, στο β΄ μισό του 20ού αιώνα, έφτιαξα μιαν ηρωϊδα μυθιστορήματος μόνο και μόνο επειδή κάνει την ιπποσύνη, μέτρο της ύπαρξής της.
Από το στάδιο της ιπποσύνης οι γυναίκες της Δύσης περνούν μόνον ως δούλες ή δέσποινες . Ο ιδεόπλαστος έρωτας και η αναζήτησή του, που είναι υπόθεση των ανδρών, γι αυτές παραμένει ένα λαχείο, το θαύμα μιας τύχης αγαθής που πρέπει να αποδεχθούν όσο γίνεται πιο παθητικά, για να μη ξυπνήσουν τις δυνάμεις της γρουσουζιάς που ξεσηκώνει ο φθόνος προκειμένου να καταβάλει το αντίπαλο δέος έτσι όπως το συμβολίζει το χρυσο ραβδάκι που κρατά η αγαθή τύχη στο χέρι της .
Χρειάζεται, λοιπόν, κι αυτές που τους ανήκει κατά το ήμισυ η Ιστορία, να βγουν από την οπτική τους γωνία και να δουν από την οπτική γωνία εκείνων που τις εξύμνησαν και στη συνέχεια, τις υποτίμησαν. Να μάθουν να είναι ιπποτικές για να μπορούν να αντιμετωπίσουν μέσα από ένα διευρυμένο πρίσμα, ( τις δικές τους δυνάμεις) τον Δον Ζουάν, τον κυνικό εραστή, τον προαγωγό, τον προστάτη, τον προϊστάμενο, τον μοιχο σύζυγο, τον πατέρα που εγκαταλείπει μαζί μ΄ αυτήν , τα παιδιά της. Σ’ όλους αυτούς στους οποίους υποτάχθηκαν, για να τους μιμηθούν στη συνέχεια.
Από την ιπποσύνη, η ηρωίδα συγκρατεί την περιπέτεια της αναζήτησης και τους κώδικες τιμής,
Για την παράτολμη αναφορά του βιβλίου στην τόσο παρωχημένη ιδέα της ιπποσύνης οφείλονται κάποιες εξηγήσεις, τις οποίες δίνει ο Ντενί Ντε Ρουζμόν στα κεφάλαια IV-VII του έξοχου βιβλίου του Ο έρωτας στη Δύση.
Από τον Ρουζμόν, ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί να μάθει ότι από τον 12ο έως τον 14ο αιώνα, η ιπποσύνη σφράγισε όχι μόνο τη λογοτεχνία αλλά και τα ήθη της εποχής.
Η ιδέα αυτή, θα έλεγα αισθητική και στοχαστική συγχρόνως, έδωσε μορφή και περιεχόμενο (νόημα) σε μιαν ιδεόπλαστη κουλτούρα από την οποία η μεσαιωνική κοινωνία άντλησε κανόνες συμπεριφοράς, κώδικες τιμής, τρόπους διεξαγωγής πολέμων και τρόπους έκφρασης παθών. Συνέβαλε δηλαδή σε μιαν επαναξιολόγηση της αγριότητας των ηθών που κληρονόμησε η Δύση από τους σκοτεινούς αιώνες της Ιστορίας της.
Ο ρόλος που έπαιξε η Λογοτεχνία στην επαναξιολόγηση των ηθών είναι γνωστός σε όποιον ανατρέχει στα κλασικά λογοτεχνικά κείμενα, παλαιότερα ή σύγχρονα. Είναι γνωστό επίσης ότι ο μορφοπλαστικός ρόλος της λογοτεχνίας πάνω στα ήθη και στον τρόπο ύπαρξης των ανθρώπων συνεχίσθηκε στους αιώνες που μεσολάβησαν ως την εποχή μας. Και είναι επίσης γνωστό ότι μόνον στους δικούς μας καιρούς, με την έφοδο της μαζικής κουλτούρας και τη γενικευμένη εμπορευματοποίηση του λόγου, ο ρόλος αυτός μεταβιβάστηκε στα μαζικά μέσα της επικοινωνίας. Φτάσαμε έτσι μέσα από τις εμπειρίες της ζωής και μέσα από τα γεγονότα, στην κοινή συνειδητοποίηση ότι χρειάζεται να επινοούμε τρόπους αντίστασης στον επανεκβαρβαρισμό των ηθών, τελοσπάντων στις μικρές όσο και στις σοβαρές αναπηρίες που απέκτησε στο μεταξύ ο μονοδιάστατος άνθρωπος του τέλους του 20ού αιώνα.
Το να βάζω μια σύγχρονη γυναίκα να ερωτεύεται τον Δον Κιχώτη –κατι που ήταν στη φαντασία μόνο του ήρωα του Θερβάντες- φαντάζει σαν κίνηση απελπισίας για όποιον συγγραφέα απαιτεί να τον πάρουν στα σοβαρά. Ολοι, όμως, οι συγγραφείς αυτό επιδιώκουν, να τους παίρνει ο αναγνώστης στα σοβαρά. Μ’ αυτή την έννοια, θα ήταν ανοησία να πιστέψει κανείς ότι μια βουτιά στο παρελθόν, απ’ όπου μπορεί κανείς να ψαρέψει έτοιμες αισθητικές και στοχαστικές ιδέες, θα έφτανε για να σώσει την περιωπή του μυθιστορήματος.
Το ερώτημα είναι τι θα μπορούσε να κάνει κανείς με την ιδέα της ιπποσύνης ώστε να μη κινδυνεύει να παραληρεί ανισόρροπα.
Στο βιβλίο, ο αναγνώστης θα βρει την ηρωίδα που θέλει να ζήσει σαν άνθρωπος, να αντιστέκεται στις ισχύουσες συμβάσεις και στους ισχύοντες κώδικες, σε μιαν εποχή άγριας μετάβασης, ανάλογη με αυτή στην οποία γράφει ο Θερβάντυες. Σε μιαν εποχή πτώσης, δηλαδή, του παλιού κόσμου και των παλιών ηθών. Όπως στα τέλη του 16ου αιώνα, ο παλιός κόσμος ανοιγόταν σ ένα καινούριο κι άγνωστο σύστημα πραγμάτων, με τρόπο ανάλογο κι εμείς, σήμερα, αφήνουμε τον παλιό -μοντέρνο- κοσμο και το ήθος του, που ήταν για μας ο μοντερνισμός κι ανοιγόμαστε σε μια νέα κατάσταση, εν πολλοίς άγνωστη, η οποία βιολογικά μας υπόσχεται μια καλή συντήρηση και προσαρμογή του οργανισμού μας στο κατεστραμμένο φυσικό περιβάλλον, ψυχικά και πνευματικά όμως απειλεί να μας καταπιεί μέσα στην εικονική πραγματικότητα που κατασκεύασε ο ανάπηρος νούς, με το μοναδικό μέλος που του απέμεινε ζωνταν’ο, την εγκεφαλική λειτουργία της διάνοιας.
Χρειάστηκε να πάω τόσο πολύ πίσω στην ιπποσύνη, γιατί όσα ακολούθησαν έως σήμερα, ο δονζουανισμός, ο κυνισμός, ο ρομαντισμός, δεν εμπόδισαν το πέρασμα από τις ποιητικές και μυθιστορηματικές εποποιϊες στις ευπώλητες ιστορίες που χωνεύουν την ψυχική ξηρασία που μας επεφύλαξε η βαθμιαία αντικατάσταση της τέχνης από την τεχνική.
Σε μια τέτοια συνθήκη, αυτός πού έχει την άνεση να ασκήσει το συγγραφικό métier, και για να μη χάνει τον καιρό του σε απονενοημένα εγχειρήματα, καταφεύγει στο ιστορικό μυθιστόρημα.
Στο είδος αυτό, που ανθίζει σήμερα στην Ελλάδα, ο συγγραφέας αντλεί από το παρελθόν ένα πλούσιο υλικό δράσης και καταστάσεων χωρίς τα ρίσκα που χρειάζεται να πάρει αναπαριστώντας ανάλογες καταστάσεις των τελευταίων 30-40 ετών. Αφήνει, λοιπόν, την ψυχική ξηρασία και τον πρωτογονικό λήθαργο που μόλυνε το παρόν και ξαναγυρίζει σ’ ένα πιο εύκρατο κλίμα που θα έκανε τον αναγνώστη να νιώσει ανάλογη ευχαρίστηση με αυτήν που θα ένιωθε, σε μια κυριακάτικη εκδρομή στο βουνό.
Στις Γυναίκες ή σκοτεινή ύλη εμμένω, αντίθετα, στο τοπίο της ψυχικής ξηρασίας και της πνευματικής μόλυνσης για να δω πώς, μέσα στο κλίμα εξαφάνισης αισθητικών και στοχαστικών ιδεων, χωνεύουν οι ήρωες την πλοκή της δικής τους εξίσου ερημωμένης ζωής.
Αυτο που συγκράτησα από την παλιά ιπποσύνη και το έκανα κοντάρι ακροβασίας μέσα στο κείμενο είναι η ανάγκη του ανθρώπου να παλεύει για κατι.
Το να παλεύει κανείς να ζήσει σαν άνθρωπος σίγουρα δεν είναι ιδεόπλαστο ιδανικό, αλλά μπορεί να γίνει διακαής πόθος. Παρ΄ όλ’ αυτά παραμένει άγνωστο αν είναι εφικτός ή ανέφικτος ούτε μπορούμε να τον ορίσουμε, γιατί η άγνωστη για τους περισσότερους αναγνώστες στην Ελλάδα, φιλοσοφία μας έμαθε ότι για πράγματα που έχουν ιστορία, δεν μπορούμε να καταφεύγουμε σε ορισμούς. Από την λογοτεχνία ωστόσο, ξέρουν όσοι επιμένουν να την διαβάζουν από το πρωτότυπο και όχι από την παραλογοτεχνική μεταγλώτισή της ότι οι πόθοι παραμένουν συσκοτισμένοι όσο δεν μιλούμε γι’ αυτούς που νιώσαμε οι ίδιοι. Η Δωροθέα « χωρίς να είναι Άρτεμη ούτε Ιώ, ένας θηλυκός δον Κιχώτης φιλοδόξησε να γίνει με την πρόθεση να αποδώσει φόρο τιμής στις κουρελιασμένες αξίες που συμβολίζει το φθαρμένο του είδωλο που με τις γκάφες της τις καταστρέφει»
Στην τελευταίες σελίδες του Δον Κιχωτη, ο ήρωας συμφιλιώνεται με τη λογική , κι επιστρέφει στο κτήμα του για να πεθάνει. Αν δεν επερχόταν ο θάνατος για να λύσει το δράμα του, θα μπορούσε η στιγμή της συνειδητοποίησης να γίνει ξανά η αφετηρία για μια νέα αναζήτηση, που θα αποδεικνυόταν και πάλι παλαβομάρα, αφού θα είχε κάνει, ωστόσο, τον κύκλο και την δουλειά της. Στις Γυναίκες η σκοτεινή ύλη, η γυναίκα συνομιλώντας με έναν άνδρα στο δωμάτιο, είναι βέβαιη ότι η πάλη με το εμπόδιο δεν τελειώνει ποτέ.
Κατέφυγα στον δονκιχωτικό μύθο όχι από μια διάθεση επιστροφής στο απώτερο παρελθόν, αλλά γιατί από την παρατήρηση και την εμπειρία, υποχρεώθηκα να συναγάγω την αιτία της απογύμνωσης του αισθήματος στους δικούς μας καιρούς, από την αδιέξοδη διαφυγή της γυναίκας στην υποταγή και στην συνέχεια, στη μίμηση των ανδρών, Τέτοιες λύσεις ανάγκης στερούν τον κόσμο της ζωής από την τρέλα και το όνειρο, και τον παραδίδουν αποξηραμένο κι αφάνταστο στα δόντια της τεχνικής. Οι γυναίκες χρειάζεται να κατακτήσουν τη δυνατότητα της αναζήτησης του έρωτα και της απόλυτης διάθεσης, συντονίζοντας την δύναμη της ελεύθερης (τρελής) φαντασίας με τον αναλογισμό της ζωής που υποχρεώνεται να κάνουν κάποτε (αργά ή γρήγορα ) και οι ίδιες.
Αλεξάνδρα Δεληγιώργη
1. Ο Ντ.ντε Ρουζμόντ αναφέρεται στη θεωρίας της κρυστάλλωσης του Στενταλ, βλ. Ο έρωτας στην Δύση, ό.π. σσ.281-83.