Το ΒΗΜΑ της Κυριακής 25/10/1998.

Λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του,  ο Μισέλ Φουκό αφιέρωσε στον Σωκράτη των πρώιμων πλατωνικών διαλόγων ορισμένες από τις διαλέξεις που πρόλαβε να δώσει, προσκεκλημένος του College de France.

Η απόπειρα του γάλλου φιλοσόφου να στραφεί στην αρχαιοελληνική γραμματεία, σε μια προσπάθεια να απαλλάξει τη σύγχρονη δυτική σκέψη από τις εμπλοκές της, στάθηκε ίσως το έναυσμα για τις διαλέξεις που δίνει πάνω στο ίδιο θέμα, με τον τιμητικό τίτλο του Sather Professor, οκτώ χρόνια αργότερα, ο έλληνας καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον Αλέξανδρος Νεχαμάς, προσκεκλημένος του Τμήματος Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας.

Στο «Art of Living», που είναι καρπός αυτών των διαλέξεων, ο συγγραφέας εστιάζει το ενδιαφέρον του στην τέχνη του ζην, με την οποία ο Σωκράτης εγκαινίασε μια διαφορετική παράδοση, μέσα στην ιστορία της φιλοσοφίας, ζωντανή ακόμη και σήμερα, αφού κύριο θέμα της έχει τη δημιουργία ή την επιμέλεια του εαυτού μας.

Το βιβλίο αντιμετωπίζει την τέχνη του ευ ζην από την πλευρά της αισθητικής, τη μόνη, σε αντίθεση με την προτρεπτική και τη δογματική ή απόλυτη εκδοχή της, που δεν αξιώνει οικουμενικότητα ή καθολικότητα, αφού δεν προβάλλει ούτε επιχειρεί να αποδείξει ως ιδεώδη έναν και μοναδικό τρόπο ζωής.

Πιστός στην αισθητική προοπτική των προσεγγίσεών του, ο Νεχαμάς επιστρέφει στον τόπο δημιουργίας των ιδεών και των εννοιών. Εκεί, δηλαδή, όπου διεξάγονται φιλοσοφικοί διάλογοι ανάμεσα σε εξατομικευμένα όντα – εδώ, τον Σωκράτη και τους συνομιλητές του – που οφείλουν τη μυθιστορηματική ή μυθική διάστασή τους στο απίστευτο και όμως αληθινό γεγονός να χρωστούν την ύπαρξή τους σε αυτούς τους διαλόγους και να ζουν χάριν αυτών.

Γραμμένο σε αυτό το πνεύμα, το «Art of Living» αποτελεί συνέχεια ή συμπλήρωμα του «Life as Literature» (1985). Ενώ στο προηγούμενο βιβλίο του ο συγγραφέας εξετάζει τη δυνατότητα της ζωής να μετατραπεί σε λογοτέχνημα, τώρα, σε αυτό το δεύτερο έργο αναγνωρίζει πίσω από την τέχνη του ζην τη φιλοσοφία.

Όλη η δυσκολία να εξιχνιάσει αυτή την ιδιότυπη τέχνη που φτιάχνει ο φιλόσοφος – καλλιτέχνης, όταν σκέφτεται τη ζωή του και όπου ο δημιουργός και το δημιούργημά του (τα κείμενά) του γίνονται ένα, πηγάζει από τη σταθερή πεποίθηση του Νεχαμά ότι η τέχνη του ζην δεν οδηγεί σε ένα μοναδικό αλλά σε πολλαπλά μοντέλα ιδανικού βίου – δημιουργήματα όσων επιδίδονται στην τέχνη αυτή.

Με γνώμονα αυτή την αντι-ιδεαλιστική, προοπτικιστική αφετηρία ο συγγραφέας απελευθερώνει το θέμα των διερευνήσεων του από τη στενή προοπτική μιας συμβατικής ηθικής πραγματείας για να κινηθεί σε ένα χώρο γραφής τον οποίο η φιλοσοφία υποχρεώνεται να μοιρασθεί από κοινού με την κλασική φιλολογία και την κριτική της λογοτεχνίας.

Τα σύνορα, τα οποία, τις περισσότερες φορές νομότυπα και όχι λίγες φορές δικαιολογημένα, εξακολουθούν να χωρίζουν αυτά τα διαφορετικά πεδία γνωστικής προσέγγισης, εδώ καταρρίπτονται.

Η πράξη που τα καταργεί είναι το μυθιστορηματικό και την ίδια στιγμή αναστοχαστικό εγχείρημα του Α.Νεχαμά να πλάσει ένα δικό του σωκρατικό πορτρέτο, ρίχνοντας φως στις προσωπογραφίες του Σωκράτη που έφτιαξαν – ο ένας μετά τον άλλον – ηθικιστές ολκής όπως ο Montaigne, θαυμαστής του Σωκράτη, ο Nietzsche, θαυμαστής του Montaigne, ο Foucault, θαυμαστής του Nietzsche, και ο ίδιος ο Νεχαμάς, θαυμαστής και πάντως γνώστης του Foucault.

Όλοι αυτοί οι στοχαστές εντρυφούν, ο καθένας με τα δικά του φιλοσοφικά και ιστορικά μέτρα, στον σωκρατικό ήρωα των πρώιμων πλατωνικών διαλόγων που ο δημιουργός του Πλάτων δεν αργεί να τον μετατρέψει σε αντικείμενο κριτικής διερεύνησης, στην προσπάθειά του να αποσαφηνίσει τον παράδοξο χαρακτήρα που έφτιαξε. Προσπαθώντας, με τη σειρά τους, να εξιχνιάσουν ο ένας μετά τον άλλον το μυστήριο του σωκρατικού προσώπου, αγωνίζονται, με τον καθρέφτη σαν εργαλείο, να ρίξουν φως, από ένα διαφορετικό κάθε φορά σημείο, στους κατοπτρισμούς του, με την πρόθεση να βρουν τα μυστικά της φτιάξης του.

Το κάθε καινούργιο αντικαθρέφτισμα του Σωκράτη είναι, υποτίθεται, πιο πιστό στο αληθινό πρόσωπό του. Στην πραγματικότητα, είναι πιο πιστό στην αλήθεια της εκάστοτε εποχής που δοκιμάζει να αποδώσει με τη σκέψη της το μυθικό αυτό πρόσωπο μόνο και μόνο για να κατανοήσει καλύτερα το πνεύμα και το ύφος της δικής της αυτοπροσωπογραφίας.

Το σωκρατικό αντικαθρέφτισμα που φτιάχνει ο Νεχαμάς είναι αποτέλεσμα μεθοδευμένων εξιχνιάσεων μέσα από τις οποίες ο Σωκράτης, έχοντας έλθει αντιμέτωπος με διάφορες ιστορικές περιόδους που έπλασαν και ανέπλασαν το είδωλό του, έρχεται τώρα να διοχετεύσει τη σιωπή και την ειρωνεία της τόσων αιώνων πολύπειρης ύπαρξής του σε μια εκστρατεία επιμέλειας του φιλοσοφείν.

Η τέχνη του ζην, για την αξία της οποίας ενδιαφέρθηκε ο Φουκό, αποβλέπει στη δημιουργία και στην επιμέλεια του εαυτού μας ενώ η τέχνη του φιλοσοφείν, για την τύχη της οποίας ενδιαφέρεται ο Νεχαμάς, αποβλέπει στη δημιουργία και στην επιμέλεια του ίδιου του φιλοσοφικού λόγου.

Το στρατήγημα με το οποίο ο Νεχαμάς αναθέτει την τέχνη του ζην στην τέχνη του φιλοσοφείν είναι στοχαστικό και ταυτόχρονα άκρως επιτυχημένο: ενώ αποβλέπει την εναντίωση στον μεταμοντέρνο υπερσχετικισμό που θέλει να ισχύουν τα πάντα και τίποτε, την επιχειρεί αποκαθιστώντας τα μέσα που χρησιμοποιούν ή προτείνουν οι μεταμοντέρνοι υπερσχετικιστές για την υπονόμευση της φιλοσοφικής (κριτικής) σκέψης.

Έτσι ο φιλοσοφικός λόγος, αποστεωμένος από τη χρόνια σίτισή του με γενικές και αφηρημένες έννοιες, ζωντανεύει στις σελίδες του Νεχαμά και αποκτά το πρόσωπο ενός μυθιστορηματικού Σωκράτη που είναι περισσότερο εύπλαστος από όσο τόλμησε να τον φαντασθεί ο Ξενοφών, περισσότερο σιωπηλός και είρων από όσο τον θεώρησαν ο Πλάτων ή ο Μοντέν, λιγότερο βέβαιος και λιγότερο σοβαροφανής από όσο του κατελόγισε ο Νίτσε.

Η αναφορά από την πρώτη ακόμη σελίδα του βιβλίου στο φιλοσοφημένο και ειρωνικό μυθιστόρημα του Τόμας Μαν μας ειδοποιεί ότι το στρατήγημα του συγγραφέα είναι δυνατό μόνο με τη μεσολάβηση της λογοτεχνίας.

Όντας για τη φιλοσοφία ότι είναι το πείραμα για την επιστήμη, η λογοτεχνία μπορεί, πράγματι, να μετατρέψει τις έννοιες σε μυθιστορηματικούς ήρωες, ξυπνώντας το ενδιαφέρον του αναγνώστη για κείμενα μέσα στα οποία η διάνοια και το ήθος της πλοκής δέχονται το σφυροκόπημα του φιλοσοφικού στοχασμού αλλά και του το ανταποδίδουν, με αποτέλεσμα ο φιλοσοφικός στοχασμός, έχοντας απαλλαγεί από την ακαμψία του ύφους του, να συμφιλιωθεί επιτέλους με τη δραματικότητα που χαρακτηρίζει την ύπαρξη όχι μόνο των ανθρώπων αλλά και των ιδεών.

Έχοντας κατά νου τις αποτιμήσεις του ρομαντισμού και της αρχαίας φιλοσοφίας που διενεργούν ο Χέγκελ, ο Κίρκεργκορ ή ο Νίτσε, ο Νεχαμάς θέτει τον φιλοσοφικό λόγο σε μια διπλή δοκιμασία: τη σωκρατική της σοβαρότητας που χαρακτηρίζει τη σωκρατική ειρωνεία, όταν λειτουργεί ως θεματοφύλακας της προσωπικής ζωής και των μετουσιώσεών της, και στη δοκιμασία της ελαφρότητας που χαρακτηρίζει τη ρομαντική ειρωνεία όταν παγιδεύεται σε μιαν άμετρη (αλλά και στείρα) υποκειμενικότητα, για να κρατηθεί μακριά από τις αφηρημένες (κούφιες) ιδέες.

Περνώντας μέσα από αυτή τη διπλή δοκιμασία τον φιλοσοφικό λόγο ο Νεχαμάς δίνει στη μεταμοντέρνα φιγούρα του εκείνα τα χαρακτηριστικά της αρχαιοελληνικής σκέψης χωρίς τα οποία η μεν λογοτεχνία θα ήταν ακόμη στην προρομαντική περίοδό της, ανίκανη να διαλεχθεί θετικά με τον στοχασμό, ενώ η φιλοσοφία, πραγματιστική αλλά τελείως απρόσωπη, θα ήταν ανίκανη να μάθει στη λογοτεχνία τους τρόπους να την εμπνέει. Πράγμα που θα συντηρούσε τη μακάβρια γοητεία των αφαιρέσεων.

Υιοθετώντας τους χαμηλούς τόνους της, επιμένοντας όμως στην ουσία του δικού του εγχειρήματος, ο Νεχαμάς βγάζει τη μεταμοντέρνα σκέψη από το αδιέξοδο στο οποίο τη σύρουν εκπρόσωποί της, όταν δογματικά ερμηνεύουν τον πλατωνισμό ως δογματισμό και ταυτίζοντας τον με τη φιλοσοφία στο σύνολό της εισηγούνται τη λήξη της.