ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Κανένα βιβλίο, όσο μεγάλο κι αν είναι, δεν μπορεί να καθορίσει , πολύ περισσότερο , να αλλάξει την πορεία των ιστορικών πραγμάτων μιας εποχής, ακόμη και εκείνης που θα θεωρούνταν από την ίδια ή τις επομένες, ως η πλέον «πεφωτισμένη».
Τα πραγματικά μεγάλα βιβλία μπορούν, όμως, να ρίξουν φως στις αντιφασεις, στις αμφιλογίες και στα διλήμματα που ταλανιζουν την εποχή τους και πλέκουν το δράμα της. Φορτίζουν έτσι τον αναγνωστη με συγκινησιακές και συνειδησιακές εντασεις μοναδικές. Τίποτα άλλο εκτος απ’ αυτά δεν θα μπορουσε να τους τις προκαλέσει. Πρόκειται λοιπόν, για βιβλία που εκφράζοντας το πνεύμα και το αίσθημα της εποχής τους, εντάσσονται στη χορεία εκείνων των γεγονότων που σημαδεύουν την εποχή τους αλλά και τις επόμενες..
Τετοια βιβλία ανήκουν στο χωρο της φιλοσοφίας και στο χώρο της λογοτεχνίας. ΟΙ δυο αυτοι συγκοινωνούντες χώροι , άλλοτε διαχωριζονται και τοτε φτωχαίνει και το πνεύμα και το ύφος του λόγου, κι άλλοτε γεφυρώνονται, χαρη στη διεύρυνση υπόγειων διόδων που διευκολύνουν τις αμφίδρομες διαδρομές.
Ο «Δοκτωρ Φάουστους» είναι το κατ΄εξοχήν φιλοσοφικό μυθιστόρημα όχι μονον του Τ.Μάν , αλλά και της εποχής του. Γραφεται με το τελος του β΄παγκοσμίου πολέμου για να αφηγηθει τις περιπέτειες του δυτικου πολιτισμού, από τις αρχες του αιώνα μας ως το τέλος του μεσοπολέμου.
Και ο χρονος του αφηγητή και ο χρονος της αφηγησης κατά ένα μοιραίο τροπο, έχουν για αξονα τους τη Γερμανία που με τα κοινωνικα και πολιτικά της δρώμενα , φέρνει αντιμετωπο τον δυτικο πολιτισμο με το ίδιο το πνεύμα του, έτσι όπως κατανοήθηκε και ερμηνεύθηκε από τους γερμανους φιλοσοφους, σε μια μακριά διαδρομη από το τελος του ευρωπαϊκου διαφωτισμου που επέφερε η καντιανή εκκοσμίκευση των μεταφυσικών προβληματισμών, ως το τελος του ιδεαλισμου που επέφεραν ο Μάρξ και ο Νίτσε εξετάζοντας κριτικά, την καπιταλιστική οικονομία, ο ένας , τη μηδενιστική ηθική της, ο άλλος.
Θα μπορουσε, χωρις αστοχία, να πει κανείς, ότι ο «Δοκτωρ Φαουστους» εχοντας αφομοιώσει το ρομαντικο πρόταγμα της ένωσης της τεχνης με το φιλοσοφικο στοχασμό, αποτελεί συνέχεια της Φαινομενολογιας του πνευματος που γραφει ο Χέγκελ για να εξιστορήσει τις περιπέτειες του ελληνοδυτικου πνεύματος ώς την αυγη του 19ου αι.
Αλλά μετά; Τι έγινε, μετά ως την αυγή και το μεσουράνημα του 20 αι.; Αυτό είναι το ερώτημα στο οποίο επιχειρεί να απαντήσει ο Τόμας Μάν . Και οχι μονο στο έρωτημα τι έγινε μετά , αλλά και στο ακόμη κρισιμότερο τι επρόκειτο να γίνει από κεί και πέρα, με το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πόλέμου που στιγμάτισε τον πολιτισμό της Δύσης, με τη φρικη και τη θλιψη των ερειπίων που προκάλεσε, έχοντας συνεργό το ίδιο το πνεύμα της.
Επιχειρώντας να δώσει απάντηση σε αυτά τα ερωτηματα, ο Τ. Μάν αναλαμβάνει τη συνέχιση της χεγκελιανής αφηγησης μέσα σε ένα κειμενο το οποίο εξατομικεύει το πνευμα του δυτικου πολιτισμου στο προσωπο του μοντερνιστη μουσικοσυνθέτη Αντριαν Λέβερκυν, για να μετατραπεί, έτσι, από φιλοσοφική σε μυθιστορηματική πραγματεια.
Αναλογιζομενος την πρόθεσή του να έρθει αντιμετωπος με τον δυτικο πολιτισμο και το πνευμα του που στιγματίζουν δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, ο Τ. Μαν, όσο το έγραφε, θεωρουσε το έργο αυτό, ένα ανέφικτο μυθιστορημα. Πρόκειται, πραγματι, για έναν συγγραφικό άθλο.
Από τις οκτακόσιες τόσες σελίδες του παρελαύνουν ονόματα μεγάλων δημιουργών του δυτικου πολιτισμου από το μεσαιωνα και μετα. Ο Αυγουστινος, ο Σαίξπηρ, ο Λούθηρος,ο Ντύρερ, ο Γκαιτε, ο ΝΙτσε και τόσοι αλλοι δημιουργοι συνυπάρχουν με τους αστούς διανοουμενους του γερμανικου μεσοπολέμου για να γίνουν όλοι , πρόσωπα του βιβλίου.
Όπως μαθαινουμε από ένα γραμμα του συγγραφέα, στα 1948, το βιβλιο θεωρηθηκε ότι απευθυνεται σ’ ενα διανοουμενιστικο και κοσμοπολιτικο κοινό με εξαιρετικα ανεπτυγμένη σκεψη. Ο ιδιος ο συγγραφεας του, υπερασπίζοντάς το, υποστηριξε ότι το εργο του ήταν μια ανυπέρβλητα δυσκολη πραγματεια, πλήν όμως «ένα διασκεδαστικο έως και συναρπαστικο μυθιστορημα» γραμμένο με την αρχη του μοντάζ.
Για να το φέρει σε πέρας, ο Τ. Μάν δε διστάζει να ιδιοποιηθεί ή να κατακλέψει, όπως δηλώνει ανοιχτα ο ίδιος σε επιστολή του, ιστορίες άλλων, μελέτες, ή στοιχεία παρμένα από λογοτεχνικά, μουσικά, ιστορικά κειμενα . Προιονίζει έτσι τις τακτικες, τις τεχνικές και τους τροπους της διακειμενικότητας που ανοιχτές και ομολογημένες, εγκαθιδρύθηκαν ως καθεστως στη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία του αιώνα μας.
Στις σελίδες του έργου, επιχειρείται μιά ερμηνεία και μιά αποτίμηση του αισθητικού και του φιλοσοφικου μοντερνισμου, στο πλαίσιο μιας σχεδόν αλληγορκής αφήγησης όπου ο κεντρικος ηρωας, χρεωμένος με τα λάθη της εποχής του, για να γραψει την καινουρια ριζοσπαστικη μουσική του, σε μια περίοδο όπου η τέχνη μαζί με τον αστικο ουμανισμό, απειλούνται , βάζει ενέχειρο την ψυχή του , με αντάλλαγμα τη δύναμη που ο ίδιος και η εποχη του αρχίζουν να χάνουν.
Είναι η εποχή που το Jugendstil, ο εξπρεσιονισμός, ο φουτουρισμός, η λατρεία της τέχνης, αλλά και της τεχνικής, η καταφυγή στο μυστικισμό που θα απελευθέρωνε τη ζωή από τον ασφυκτικό κλοιό του ορθολογισμού, το Kulturpessimismus και η ανοδος του νεοσυντηρητισμού πλαισιώνουν τα πολιτικά και τα θεωρητικά δρωμενα της δημοκρτατιας της Βαϊμάρης, αλλά και την αδυναμία της να συγκρατησει τη ναζιστική ανοδο που σημειωνεται στα κρατιδια της κεντρικής Γερμανίας. Η ιστορία του Λέβερκυν διαδραματίζεται, άλωστε, στη Βαυβαρία. Καρπός της συμφωνίας του ήρωα με το διάβολο, είναι η επινόηση του δωδεκαφθογγικού συστηματος αλλά και η υπονόμευση του ανθρωπιστικου ιδεώδους που έρχεται αντιμέτωπο με τη μηδενιστικη απανθρωπία .
Σ΄αυτή την αντιπαράθεση ουμανισμου και μηδενισμού, η θετικότητα του πνεύματος την οποία ενσαρκωνει το υπαρξιακό είναι , υπονομεύεται από την άρνηση του μη είναι με το οποίο το συμφύρουν οι συμβολοποιήσεις της δυτικής σκέψης, από τον θεολογικο της μεσαίωνα και μετά, όταν το αρχαιο διονυσιακό, επικούρειο ή στωϊκό πνεύμα βάλλεται αλύπητα από τις εφοδους της χριστιανικής, βυζαντινής ή δυτικής εσχατολογίας, για να συντριβεί, στη συνέχεια, υπό τα πλήγματα του προτεσταντικού πουριτανισμού.
Αν το μπαρόκ πρωτα και στη συνέχεια ο ρομαντισμός επέτρεψαν στον ιδεαλιστή Χέγκελ να θριαμβολογήσει υπέρ του πνεύματος, η συνέχεια δε σταθηκε το ίδιο αισιόδοξη. Ο 20ος αι. γραφει τη δική του έννατη συμφωνία από την ανάποδη. Ή φανταστικη συμφωνία « Ο θρήνος του Δοκτορα Φάουστους» που επιινοεί και συνθέτει ο Αντριαν Λέβερκυν είναι ο θρήνος του σύγχρονου Ecce Homo, ένας θρήνος που υψώνεται σε μορφή της καθ΄εαυτην έκφρασής του.
Με την άνοδο του νέο-βαρβαρισμού που θεωρεί ο Τ. Μάν ως την υφέρπουσα ταση αυτου του αιωνα , αφου η αληθεια (που ηταν το έναυσμα της αμείλικτης κριτικής που δέχθηκε ο ιδεαλισμος) ανταλλάχθηκε με το χρήσιμο και με την κοινοτητα που ανενδοίαστα το θεοποιησε , η μονη δυνατη αντιστιξη ήταν η καλλιέργεια ενός εστετισμού, μεσω του οποίου ο συγχρονος δυτικος ανθρωπος με το πνεύμα του σε προϊούσα ασθένεια, προσπάθησε να περισώσει κάποιες αξιες που θα του θυμιζαν την ιστορικη του πορεία προς την ελευθερία και τη χειραφέτηση.
Αλλά ο εστετισμός, στο μυθιστορημα του Τ.Μάν, μη διστάζοντας να καταφύγει σε οποιαδήποτε μεσα και οποιουσδήποτε τρόπους προκειμενου να περισώσει την καλλιτεχνικη δημιουργια από τη λαιλαπα του πραγματισμού, αντι να οδηγεί στη λύτρωση, πετυχαίνει τελικά την εκμηδένισή του σύγχρονου ανθρώπου.
Η πορεία που διαγράφει ο τελευταίος, επιδιώκοντας τη μεγιστη δυνατη έκφραση είναι η πορεία προς μιαν ελευθερία που εκπηγάζοντας από τη δουλεία και σε συνεχη αναμέτρηση μαζί της, γίνεται «απέιρως πιο περίπλοκη, μοιάζει απείρως πιο θαυμαστη και πιο συγκινητική στη λογική της παρ ΄όσο την εποχη των μαδριγαλιστών» Απείρως πιο ανοικτη και περίπλοκη γίνεται και η υποκειμενικοτητα που διαμορφώνει μεσα σ’ ένα καθεστώς επιστημονισμού και αυστηρης αντικειμενικότητας.
Με την εκμηδένιση του νού που διευκολύνει ο εστετισμός, ο Μάν διαβλεπει το διασυρμό της τέχνης που θα επέλθει στο β΄μισό του 20ού αι., με τη μαζοποιηση της κουλτουρας, και τη θεοποιηση του θεαματος . Φτάνει να διαβλέψει ακόμη και τον παρωδιακο, ιλαρο ή ελαφρο χαρακτηρα των μεταμοντερνων καλλιτεχνικών επινοήσεων. Για τον Τ. Μάν του 1947, ο μεταμοντερνος πολιτισμός θα λατρεύει το αβυσσαλέο και ταυτοχρονα την ολύμπια καθαρότητα, δοκιμάζοντας, αισθηματα ευχαριστησης και ικανοποίησης για την επιστροφή του στην αρχέγονη μητρα. Μ’ αυτή την τραγικη οιπισθοδρόμηση, ένας άλλος συγγραφεας, ο Χ.Μιλλερ είχε ταυτίσει την εποχή των δολοφόνων.
Ο Τ.Μαν, ενας αστος συγγραφέας, με απροκατάληπτη, όμως, κριτική στάση, βλέπει τον 20ό αιώνα να βυθίζεται στην πνευματική κατάπτωση, οδηγώντας το πάθος του μοντερνισμού,όπου κι αν ξέσπασε, στην τεχνη, στη φιλοσοφία ή στην πολιτική, προς την « σκοτεινη χαρά της ανάπαυσης». Αυτή που απολαμβάνει στις μέρες μας*.