Γραμματόσημο που εκδόθηκε για την επέτειο των 200 χρόνων από τη γέννησή του δείχνει τον Ιταλό ποιητή Ούγο Φώσκολο, γεννημένο στη Ζάκυνθο, περίπου το 1798 |

ΝΗΣΙΔΕΣ 30.07.23 16:23

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη*

Καθώς ο φακός της Κωνσταντίνας Ζάννου φωτίζει το δράμα ανθρώπων, που η φύση και η τύχη τούς προίκισαν με την ιδιαίτερη κριτική/δημιουργική δύναμη ενός ασίγαστου σε ανησυχίες και αγωνίες ελεύθερου πνεύματος, ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι η Ιστορία ως μνήμη είναι και δική του υπόθεση προσωπικής συμβολής στη δημιουργία, αναδημιουργία και διάσωσή της

Οι άνομες διεκδικήσεις σχετικά με το Αιγαίο, που οι Τούρκοι ιδεολογικά προσεταιρίζονται με την κίβδηλη ονομασία «γαλάζια πατρίδα», φέρνουν τον αναγνώστη πολύ κοντά στο «Τραυλίζοντας το έθνος – Διεθνικός πατριωτισμός στη Μεσόγειο, 1800-1850», καθώς η συγγραφέας του έργου, ιστορικός Κωνσταντίνα Ζάννου ζωντανεύει μια προγενέστερη περίοδο (1797-1850) αλλεπάλληλων γεωπολιτικών αλλαγών στη λεκάνη της Μεσογείου, τις οποίες πυροδοτούσαν σφοδροί ανταγωνισμοί των τότε ακόμη ακμαζουσών προνεωτερικών αυτοκρατοριών και η δεινή αποικιοκρατική πολιτική στις εδαφικές προσαρτήσεις τους. Από αυτή την άποψη, και δεδομένων των αναχρονιστικών σχεδίων ανόρθωσης της πάλαι ποτέ οθωμανικής αυτοκρατορίας, το βιβλίο της Ζάννου θα μπορούσε να θεωρηθεί καθρέφτης ενός πιθανού ή απίθανου –οδυνηρού σε κάθε περίπτωση– επερχόμενου μέλλοντος στη ΝΑ Ευρώπη, ανάλογου με όσα μας επεφύλαξαν παρελθόντες κύκλοι της Ιστορίας.

Αλλά το βιβλίο της Ζάννου κινείται στο πλαίσιο της μικροϊστορίας και της ιστορικής βιογραφίας, και μόνον έμμεσα δίνει λαβή σε πολιτικές συσχετίσεις και συγκρίσεις. Η ιδιαίτερη σημασία του έγκειται στο ότι, βασισμένο σε ένα ογκώδες ιστορικό υλικό (αλληλογραφίες, ημερολόγια, αυτοβιογραφικές σημειώσεις), αδημοσίευτο μέχρι τούδε, στο μεγαλύτερο μέρος του, ζωντανεύει τη δράση Ελλήνων δημιουργών και λογίων, που γνωστοί ή περιώνυμοι στην Ευρώπη, παρέμειναν στην πλειονότητά τους άγνωστοι ή ξεχασμένοι στα καθ’ ημάς. Κάτοικοι των ακτών της Αδριατικής και του Ιονίου, πολίτες της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, έως το 1797, με την παράδοσή της στον Ναπολέοντα, τις γεωπολιτικές αλλαγές και τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες στη Μεσόγειο και αλλού, γίνονται υποτελείς της ναπολεόντειας αυτοκρατορίας, στη συνέχεια «πολίτες του κρατιδίου των Ιονίων» υπό την προστασία της ρωσικής αυτοκρατορίας, για να ξαναγίνουν λίγο μετά υποτελείς της βρετανικής αυτοκρατορίας, έως την προσάρτηση της Επτανήσου στην Ελλάδα το 1865.

Το δράμα της επιβεβλημένης ή αυτόβουλης εξορίας και της διαρκούς αναζήτησης όχι απλώς μιας πατρίδας, αλλά μιας ελεύθερης πατρίδας, το οποίο αφηγείται με θαυμαστή οικονομία η συγγραφέας, πλουτίζει τη μακροϊστορία και τη μεγάλη εικόνα της με όλα εκείνα τα βιωματικά στοιχεία που μας θυμίζουν ότι γεωπολιτικές δομές, εθνικά σύνορα, πολιτικά καθεστώτα, κατακερματίζοντας και άλλοτε ανασυνθέτοντας ένα διαμορφωμένο πολιτικό και πολιτισμικό συνεχές που σφραγίζει τις μνήμες, τα ήθη και τις τύχες των ανθρώπων μιας εποχής, καθορίζονται κι αυτά με τη σειρά τους από τα έργα και τους αγώνες όσων αντιστέκονται στις πολιτικές ωμής ισχύος, έχοντας σαφή συνείδηση ότι με τις αντιστάσεις τους αλλάζουν όχι μόνον τη δική τους μοίρα εντός τους, σε μια διαδικασία υπόγειων ή φανερών αλληλοκαθορισμών.

Καθώς το βιβλίο επικεντρώνεται στις βιογραφίες των Ούγου Φώσκολου, Διονύσιου Σολωμού, Ανδρέα Κάλβου, Ιωάννη Καποδίστρια, Μ. Πιέρη, Ανδρέα Παπαδόπουλου-Βρεττού και Ανδρέα Μουστοξύδη, που με τα έργα, την πνευματική και πολιτική δράση και τις προσωπικές ιστορίες τους σημαδεύουν έμμεσα ή άμεσα τη Μεγάλη Ιστορία, θυμίζει στον αναγνώστη ότι η τελευταία, στις μακρές διάρκειές της, δεν είναι μια απρόσωπη δύναμη, αλλά ένα ζωντανό πλέγμα υπόγειων ή φανερών διεργασιών επιβολής και αντίστασης στη φαινομενικά προδιαγεγραμμένη πορεία της, τις οποίες ενεργοποιούν συγκεκριμένοι άνθρωποι στην εν σχέσει ύπαρξή τους.

Πρόκειται για μια ευτυχή σύζευξη της δομιστικής μακροϊστορίας με μιαν ερμηνευτική μικροϊστορία που εστιάζει στη συγκυρία και στο πνεύμα των καιρών, αποτυπωμένα σε συγκεκριμένα έργα συγκεκριμένων ανθρώπων και φιλοδοξεί να ανατρέψει κατεστημένους διαχωρισμούς με τη μορφή ανελαστικών αντιθέσεων αυτοκρατορίας – έθνους, διαφωτισμού – θρησκείας, αυτοκρατορικού – φιλελεύθερου εθνικισμού, αυτοκυβέρνησης (εντός του συστήματος) – αυτοκρατορικής εξουσίας, με ερμηνευτικές προσεγγίσεις που φωτίζουν εκ του σύνεγγυς όσες ζωντανές δυνάμεις κινούν τα νήματα της δόμησης, της αποδόμησης και της αναδόμησης φαινομενικά πάγιων δομών της Παγκόσμιας Ιστορίας. Και καθώς ο φακός της Ζάννου φωτίζει το δράμα ανθρώπων, που η φύση και η τύχη τούς προίκισαν με την ιδιαίτερη κριτική/δημιουργική δύναμη ενός ασίγαστου σε ανησυχίες και αγωνίες ελεύθερου πνεύματος, ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι η Ιστορία ως μνήμη είναι και δική του υπόθεση προσωπικής συμβολής στη δημιουργία, αναδημιουργία και διάσωσή της.

Το «Τραυλίζοντας το έθνος…», με εκτεταμένη εισαγωγή και επίλογο, δομείται σε τέσσερα μέρη με δώδεκα συνολικά επιμέρους κεφάλαια όπου η αφήγηση δίνει τη μορφή σπονδυλωτού μυθιστορήματος στις μαρτυρίες που μας άφησαν ζωντανή κληρονομιά τα βιογραφούμενα πρόσωπα. Ο συχνά αξιοθαύμαστος τρόπος με τον οποίο εσωτερικεύουν γεγονότα και καταστάσεις για να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους και να ανακατευθύνουν τις πορείες τους εκπλήσσει ή συναρπάζει τον αναγνώστη. Εντύπωση κάνει το πολλαχώς αναδιαμορφωνόμενο αίσθημα του συνανήκειν και η συνεχής αναπροσαρμογή των ιδεολογικών, πολιτισμικών και πολιτικών τους επιλογών, που επιβάλλουν οι συνεχείς πολιτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή και αναγκάζουν τα πρόσωπα να περιπλανώνται σε όλη την Ιταλία, από τη Βενετία έως τη Νάπολη και από την Αδριατική ώς το Ιόνιο και ώς την Αίγινα, το Ναύπλιο, την Αθήνα, και πάλι πίσω, πεισματικά αναζητώντας για πατρίδα τους έναν ελεύθερο τόπο.

Στην πεισματική αναζήτησή τους μοναδικοί συμπαραστάτες τους είναι: 1) η λεκάνη της Μεσογείου ως θέατρο δι-αυτοκρατορικών και αποικιοκρατικών εμπειριών, με πρωταγωνιστές τους Γάλλους, Ρώσους, Αυστριακούς, Βρετανούς και Οθωμανούς, αλλά και ως ζώνη επικοινωνίας της διεθνούς διανόησης, που τα ανοιχτά σύνορά της φτάνουν έως τον Εύξεινο Πόντο και τη Ρωσία ώς τη βόρεια ή τη Λατινική Αμερική, και 2) η δίγλωσση εθνική τους οντότητα ώστε να γράφουν στα ελληνικά ή στα ιταλικά τα έργα τους και να τα μεταφράζουν από τη μια γλώσσα στην άλλη, κάνοντας το ίδιο και για τα έργα Ιταλών ποιητών και λογίων, δημιουργώντας έτσι ζωντανές επικοινωνιακές διασυνδέσεις που διευκολύνουν την ενσωμάτωσή τους στους κύκλους της ευρωπαϊκής διανόησης. Σημειωτέον ότι αυτό θα επαναληφθεί, στο β’ μισό του 19ου αιώνα, και με τους Ρώσους ποιητές και συγγραφείς.

Οι έντονες αυτές επικοινωνιακές δράσεις μετατρέπουν την απελπισία και την απογοήτευση που γεννούν χαμένες εθνικο-απελευθερωτικές προσδοκίες τους στο λυτρωτικό αίσθημα που χαρίζει η δημιουργία έργων ικανών να αναπτερώνουν ξανά και ξανά την ελπίδα της επανόδου σε μιαν επιτέλους απελευθερωμένη πατρίδα, η οποία, στο μεταξύ, με το αργό, επεισοδιακό πέρασμα από την αυτοκρατορία στο εθνικό-κράτος χάνει τον τοπικό, πολιτισμικό χαρακτήρα της κοινότητας και αποκτά εθνική οντότητα, που σφραγίζουν η γλώσσα και η χάραξη νέων συνόρων, ειρηνεύοντας τη γεφυροποιό θάλασσα της Μεσογείου.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου αφηγείται, σε τρία κεφάλαια, τις ιστορίες των τριών, γεννημένων στη Ζάκυνθο, μεγάλων Ελλήνων ποιητών: του Ούγου Φώσκολου, που η Ιταλία ανακήρυξε εθνικό ποιητή της, του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού και του όψιμα ανακηρυγμένου εθνικού μας ποιητή Ανδρέα Κάλβου. Με διαφορά είκοσι ετών, ο ένας από τον άλλο, σημαδεύουν και οι τρεις τα στάδια μετάβασης από τη Βενετική Πολιτεία ως ενιαίο χώρο Αδριατικής και Ιονίου σε έναν πολυεθνικό και πολυκρατικό γεωπολιτικό μετασχηματισμό μεγάλης κλίμακας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το μέρος ΙΙ (κεφ. 4-7) που με τα άγνωστα εν πολλοίς ιστορικά στοιχεία και τις μαρτυρίες που προσκομίζει φωτίζει τη σημασία της ρωσικής παρουσίας στη Μεσόγειο, μετά τον Ρωσο-τουρκικό πόλεμο (1768-74) και τον κρίσιμο ρόλο της στη δημιουργία δεσμών με ομο-ορθόδοξους, στην ανακοπή του ρεύματος μεταστροφής των Επτανήσιων από τον καθολικισμό στην ορθοδοξία, και κυρίως στη συγκρότηση της αβασίλευτης, ομόσπονδης Επτανήσιας Πολιτείας (1800-1807) από παλιννοστούντες Ελληνες πολιτικούς και λογίους που συμβάλλουν στη δημιουργία του πρώτου φιλελεύθερου συντάγματος και στον σχηματισμό Γερουσίας, με ηγετικά στελέχη μελλοντικούς αξιωματούχους του νεοσύστατου ελληνικού κράτους· μέτρα και θεσμίσεις, όλα, που εξηγούν την πολιτική και πολιτισμική ανόρθωση των Επτανήσων. Η εμπεριστατωμένη αναφορά της συγγραφέων στη βραχύβια Επτανήσια Πολιτεία λύνει τις απορίες που συσσωρευτικά γεννούσε η δημαρική ανάγνωση της «νεοελληνικής» πολιτισμικής ιστορίας υπό το στενό πρίσμα του Αδ. Κοραή με έδρα το Παρίσι. Η Ζάννου με τη δική της προσέγγιση μας εξηγεί επιτέλους τους λόγους για τους οποίους τα Ιόνια νησιά, συνδέοντας οργανικά τους διαφωτισμούς της Μεσογείου με εκείνους των παραδουνάβιων ηγεμονιών, κατόρθωσαν να αναδειχθούν σε πρωταγωνιστική φωτοδότρια δύναμη στη συγκρότηση των γραμμάτων και του πολιτισμού της Σύγχρονης Ελλάδας.

Αλλά σε αυτή τη σύντομη βιβλιοπαρουσίαση είναι αδύνατο να γίνει μνεία στις πολυάριθμες ιστορικές μαρτυρίες που γοητεύουν τον αναγνώστη του βιβλίου της Κ. Ζάννου. Οι σελίδες του τρίτου και τέταρτου μέρους του βιβλίου είναι συναρπαστικές βιογραφήσεις λογίων Βενετο-επτανήσιων Ελλήνων (Μουστοξύδη, Βλαντή, Κουτλουμουσιανού, Τυπάλδου, Μαζαράκη, Βελούδου, Τομαζέο) που με την κατάλυση της Επτανήσιας Πολιτείας, το 1807, καταφεύγουν στην Ιταλία και μετά στην απελευθερωμένη Ελλάδα, με σαφή συνείδηση ότι ο άπατρις είναι χειρότερος κι από ζώο (l’ uomo senza patria è peggio di bestia).

Ιδού ως δείγμα λίγες γραμμές στην περίπτωση του Κερκυραίου ελληνιστή και πολιτικού ακτιβιστή πατριώτη Ανδρέα Μουστοξύδη, που έλαμψε με τις εργασίες του στα διεθνή φιλολογικά περιοδικά και στις ευρωπαϊκές ακαδημίες, στενός φίλος του ομηριστή Β. Μόντι και του διάσημου συγγραφέα Αλες Μαντσίνι, που κερδίζει την εκτίμηση των Μπ. Κονστάν και Τζ. Λεοπάρντι, δεξί χέρι του Καποδίστρια στον σχεδιασμό και στην εφαρμογή της κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής και που με τον θάνατό του χάνεται μαζί και το έργο του. Παραθέτω από τη σελ. 245: «Οι πραγματικές συνθήκες… έκαναν σταδιακά τον Μουστοξύδη να νιώθει αποξενωμένος. Εξομολογούμενος την πικρή του απογοήτευση, το 1830, γράφει: “…Η χώρα είναι φτωχή και οι κάτοικοί της, αν και εξαιρετικά πολυμήχανοι και θαυμαστά ικανοί για κάθε είδους καλλιέργεια, δεν είναι ακόμη έτοιμοι να κατανοήσουν τα οφέλη […] Τόσοι αιώνες τυραννίας, τόσες συμφορές, η πρόσφατη φρενίτιδα των εχθρών της, την έχουν αφήσει χωρίς δέντρα, χωρίς σπίτια, και την ίδια τη γη σε μεγάλο βαθμό άγονη ή άγρια…”»

Η μελέτη της Κωνστ. Ζάννου αξιοποιεί το ιστορικό υλικό που φέρνει στο φως με ρηξικέλευθο τρόπο, κάνοντας τον αναγνώστη να αναλογιστεί τα αναγκαία ανοίγματα που απαιτούν οι ιστορικές συγκυρίες και περιστάσεις προκειμένου να διασωθούν, με τον πιο γόνιμο τρόπο, έννοιες με βαρύ φαντασιακό και ορθολογικό σημασιολογικό φορτίο (πατρίδα, ανθρωπότητα, ελευθερία, κριτική δύναμη, δημιουργία, κ.ά.) που η Ιστορία στο γύρισμά της δείχνει με τον πιο βάναυσο τρόπο να θέλει να μηδενίσει.

*Ομ. καθηγήτρια φιλοσοφίας, συγγραφέας