ΤΑ ΝΕΑ 28 Σεπτ.1990
Αναρωτιέται κανείς, ίσως όχι τόσο εύλογα ακόμη, γιατί δεν τολμούμε στο τέλος αυτού του αιώνα, να αντικαταστήσουμε το αίτημα του εκσυγχρονισμού με άλλα λιγότερο αφηρημένα αιτήματα που έχουν ήδη διατυπωθεί, αλλά δεν τα αφομοιώσαμε τόσο ώστε να γίνουν το μέλημα της πολιτικής πρακτικής και της άσκησης του δικαίου. Το πρόταγμα του εκσυγχρονισμού είναι τόσο ασαφές στη γενικότητά του ώστε να μην το απειλεί καμιά υπέρβαση. Γιατί, ποια διαδικασία εκσυγχρονισμού μπορεί να πάρει ένα τέλος μέσα στο χρόνο; Κι αυτή η διαιώνιση θα ήταν λιγότερο προβληματική, αν δεν άφηνε σε εκκρεμότητα, εσαεί, το ερώτημα: και μετά τι;
Έχει κάποια σημασία να θυμηθούμε ότι από ολόκληρο το Διαφωτισμό, το μέρος εκείνο που μας επιτρέπει να θεμελιώσουμε τον εκσυγχρονισμό ως διευρυμένο στόχο, ώστε να τον υιοθετεί ακόμα και η Αριστερά, σήμερα, είναι η εκδοχή του του αγγλικού εμπειρισμού. Το υπόλοιπο του Διαφωτισμού, που διοχετεύτηκε, στα τέλη του 18ου αι., στα φιλοσοφικά ερωτήματα για το στόχο που υπηρετεί η ανθρώπινη σκέψη και τις δυνατότητές της να κατευθύνει δημιουργικά την ανθρώπινη δράση παραμερίζεται, με αποτέλεσμα να κόβονται εκείνα τα νήματα που θα μας επέτρεπαν να καταλάβουμε καλύτερα τι είναι η νεωτερικότητα που ονειρεύτηκαν και υλοποίησαν, τους δυο τελευταίους αιώνες, κάποιοι θεωρητικοί και καλλιτέχνες και η οποία ως τώρα, πουθενά αλλού μέσα στην κοινωνική μας ζωή, δεν πραγματώθηκε. Αν δεν καταλάβουμε τι ακριβώς είναι η νεωτερικότητα, η συζήτηση γύρω από το παρόν μας, ήδη ανεξάντλητη, διαγράφει ένα χαοτικό φαύλο κύκλο.
Αυτά ακριβώς τα κομμένα νήματα που μας εμποδίζουν να καταλάβουμε τη νεωτερικότητα, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το βαθύτερο αίτημα του Διαφωτισμού ήταν να παραμένει ο εκσυγχρονισμός. Θέτοντας ένα τέτοιο λειψό συμπέρασμα ως κατευθυντήρια γραμμή για το παρόν και για το μέλλον, έχουμε αναγκαστικά παραβλέψει το πέρασμα που έχει ήδη συντελεσθεί από μια φιλοσοφία που περιοριζόταν να σκεφτεί τον τρόπο με τον οποίο γνωρίσουμε και κυριαρχούμε πάνω στη φύση και τα πράγματα σε μια φιλοσοφία που μας επιτρέπει να σκεφτούμε όχι μόνο το πώς υπάρχουμε σε σχέση μ᾿ αυτά αλλά και τι κάνουμε και γιατί, μέσα σε συνθήκες μιας κυριαρχικότητας που μας καταδυνάστευσε. Για πρώτη φορά, μέσα στη σύγχρονη ιστορία φαίνεται, έτσι, να μην τολμούμε να πάρουμε τοις μετρητοίς όσα καταφέραμε να σκεφτούμε.
Γιατί είναι αλήθεια ότι ο μετασχηματισμός του Διαφωτισμού σε νεωτερικότητα, νεωτερικότητα στο πνεύμα και στην ευαισθησία, παρέμεινε με τον πιο τραγικό τρόπο, στα χαρτιά της θεωρίας και της τέχνης. Λησμονώντας την, ωστόσο, είμαστε υποχρεωμένοι να παίρνουμε τοις μετρητοίς ένα ανολοκλήρωτο Διαφωτισμό, τον Διαφωτισμό στην εμπειρική και σκεπτικιστική εκδοχή του που, βέβαια, πραγματώθηκε μέσα στις σφαίρες της κοινωνικής μας ζωής. Αυτό, άλλωστε μας επιτρέπει να τον συγχέουμε με τη νεωτερικότητα.
Η νεωτερικότητα, αντίθετα, παρέμεινε τόσο φαντασματική μέσα στις πρακτικές μας, που μόνο το τέλος της είμαστε σε θέση να εξαγγέλλουμε, σαν να᾿ ταν η τρέλα ενός δαιμονικού αλλά άρρωστου μυαλού που μας καταδιώκει με τα φαντάσματά του και πρέπει να απαλλαγούμε απ᾿ αυτήν.
Όμως σε μια πορεία που δεν είναι αντιστρέψιμη, τι ωφελεί να προσπαθούμε να σβήσουμε τα ίχνη που άφησε πίσω μας ο βηματισμός μας, μέσα σ᾿ ένα ατέρμονο επιτόπου σημειωτόν;