ΧΑΡΤΗΣ 89 {ΜΑΪΟΣ 2026}

{Δοκίμιο} Κείμενα

της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη

{14 λεπτά}

Μνήμη W. G. Sebald, Ανατολική Αγγλία, 2009
Μνήμη W. G. Sebald, Ανατολική Αγγλία, 2009 / φωτ. Πάρις Πετρίδης 

Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ι Κ Α

Το κα­κό απαι­τεί το σκο­τά­δι για να γί­νει στα κρυ­φά και να μεί­νει κρυμ­μέ­νο, αφού η κα­τά­πλη­ξη ή ο τρό­μος που προ­κα­λεί, γί­νο­νται απει­λή ενα­ντί­ον του, πράγ­μα που το κρα­τά σε διαρ­κή ετοι­μό­τη­τα. Ο κύ­κλος που δια­γρά­φε­ται εί­ναι αέ­να­ος και φαί­νε­ται φαύ­λος, χω­ρίς να εί­ναι, μιας και η βλά­βη των πα­θό­ντων βα­ραί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο από την ωφέ­λεια της συ­μπα­ρά­στα­σης όσων από τους ευ­ερ­γε­τη­μέ­νους έτυ­χε να γλυ­τώ­σουν και τους ευ­γνω­μο­νούν. Εξού και οι ενα­γώ­νιες προ­σπά­θειες κά­ποιων από τα θύ­μα­τα να πά­νε στη ρί­ζα του, εκεί όπου φω­λιά­ζει η τυ­φλή δί­ψα του πα­ρα­νοϊ­κού, του σα­δι­στή, του αχόρ­τα­γου να εξου­σιά­ζει, να βα­σα­νί­ζει, να πί­νει το αί­μα όσων τό­σο πο­λύ τον φο­βού­νται που ελ­πί­ζουν και, με­ρι­κές φο­ρές, εί­ναι βέ­βαιοι πως θα πά­ρουν τη θέ­ση του.

«…Ο ανα­γνώ­στης, αν έτυ­χε να δια­βά­σει τις Έρευ­νες για την αν­θρώ­πι­νη ελευ­θε­ρία του Σέ­λινγκ (1809), σκέ­φτε­ται πως το μυ­θι­στό­ρη­μα Οι Δα­κτύ­λιοι του Κρό­νου εί­ναι το πεί­ρα­μα που αρι­στο­τε­χνι­κά κα­τα­στρώ­νει ο Ζέ­μπαλντ για να επα­λη­θεύ­σει τις υπο­θέ­σεις του Γερ­μα­νού φι­λο­σό­φου σχε­τι­κά με το φυ­γό­κε­ντρο κα­κό, στην πά­λη του κα­τά του κε­ντρο­μό­λου κα­λού που το τρέ­φει∙ πά­λη που φα­νε­ρώ­νει τον τρό­μο για τη δη­μιουρ­γία που δο­κι­μά­ζουν οι δυ­νά­μεις της εκ­μη­δέ­νι­σης.
Πε­δίο ανά­δει­ξης της σύ­γκρου­σης κα­λού και κα­λού, χει­ρα­γώ­γη­σης-χει­ρα­φέ­τη­σης απέ­μει­νε η λο­γο­τε­χνία ως η μό­νη κα­τάλ­λη­λη να αντι­σταθ­μί­σει τον τρό­μο που προ­κα­λεί η κα­τά­στα­ση εξαί­ρε­σης με την επι­θυ­μία ενός άλ­λου κό­σμου, επι­θυ­μία που ωθεί συγ­γρα­φείς να ζω­ντα­νέ­ψουν κα­τα­στά­σεις που χω­ρίς να ηρω­ο­ποιούν τα θύ­μα­τα, εντεί­νουν ή ανα­τρέ­πουν την θυ­μα­το­ποί­η­ση των μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κών ηρώ­ων.
Στις αβυσ­σα­λέ­ες συ­γκρού­σεις που απο­τυ­πώ­νει το αρ­χαίο και το σύγ­χρο­νο δρά­μα, με την συ­νέρ­γεια της ελεύ­θε­ρης φα­ντα­σί­ας, της διά­νοιας και της κρι­τι­κής δύ­να­μης του ανα­στο­χα­σμού, ο ανα­γνώ­στης ανα­κα­λύ­πτει την αξία του εν εγρη­γόρ­σει ονεί­ρου όσο πα­ρα­μέ­νει έγκλει­στος στην σφαί­ρα της ιδιω­τι­κής ζω­ής, αλ­λά και ενός κοι­νού αγω­νι­σμού και ορά­μα­τος, όταν απο­φα­σί­σει να δώ­σει το πα­ρόν του στη δη­μό­σια ζωή.
Ο Μπρε­τόν στο δο­κί­μιό του Ο τρε­λός έρως (1937) υπο­στή­ρι­ξε ότι μό­νον όταν απαλ­λα­γού­με από την ιδέα της υπε­ρο­χής ενός αγα­θού που υπα­γο­ρεύ­ει κα­θή­κο­ντα, στο πλαί­σιο της κα­τε­στη­μέ­νης ηθι­κής κα­νο­ναρ­χί­ας, μό­νο τό­τε θα αξί­ζει να ανα­κι­νή­σου­με το πρό­βλη­μα του κα­κού. Ώσπου να γί­νει αυ­τό, θα εξα­κο­λου­θού­με να σχη­μα­τί­ζου­με πα­ρα­στά­σεις ενός έμ­φυ­του κα­κού και να μι­λού­με γι΄ αυ­τό εν­θου­σιω­δώς, δι­καιο­λο­γώ­ντας, έτσι, την βλο­συ­ρό­τη­τα που δεί­ξα­με απέ­να­ντι στην φύ­ση, ζη­τώ­ντας τον κα­τα­δα­μα­σμό της∙ από­βλέ­ψη που ανέ­δει­ξε την Τε­χνι­κή σε μυ­θι­κή δύ­να­μη υπε­ρε­λέγ­χου. Για τον Μπρε­τόν, μό­νον όταν θα έχου­με πά­ψει να συν­δέ­ου­με την υπε­ρο­χή του αγα­θού με την δε­ο­ντο­κρα­τία, μό­νον τό­τε θα μπο­ρού­με να υιο­θε­τή­σου­με μιαν ήρε­μη στά­ση απέ­να­ντι στην φύ­ση που θα μας επι­τρέ­ψει, αντί να αιω­ρού­μα­στε με­τα­ξύ λα­τρεί­ας και απέ­χθειας, να ανα­ρω­τη­θού­με αν αι­σθα­νό­μα­στε αγά­πη ή μί­σος για την ίδια τη φύ­ση μας , όπως ο Γκαί­τε ανα­ρω­τή­θη­κε αν αγα­πού­σε ή μι­σού­σε έναν σύγ­χρο­νό του, τον Βί­λαντ. Ο Γκαί­τε αρ­κέ­στη­κε να πα­ρα­δε­χθεί ότι δεν ήξε­ρε αν τον αγα­πού­σε ή τον μι­σού­σε. «Δεν ξέ­ρω» ομο­λο­γού­σε, «κα­τά βά­θος εί­μαι κι εγώ ένα κομ­μά­τι του».
Αυ­τά λέ­ει ο Μπρε­τόν με αφορ­μή συ­νειρ­μούς που τον πή­γαν σε ένα επει­σό­διο της Nouvelle Justine, όπου ο συγ­γρα­φέ­ας της ντε Σαντ εξε­τά­ζο­ντας, μια μέ­ρα, την Αίτ­να, έγρα­ψε πώς το στή­θος της ξερ­νού­σε φλό­γες και πως ο ίδιος επι­θυ­μού­σε να εί­ναι αυ­τό το φη­μι­σμέ­νο ηφαί­στειο. Υπο­κι­νού­με­νοι από το κοι­νό μί­σος τους για την φύ­ση, ο Ζε­ρόμ και ο Αλ­μά­νι, οι δυο ήρω­ες του βι­βλί­ου του ντε Σαντ εμ­φα­νί­ζο­νται, στους αντί­πο­δες του ρου­σοϊ­κού αγα­θού πρω­τό­γο­νου, ως δή­μιοι της φύ­σης που προ­σπα­θούν να βρουν το μυ­στι­κό να προ­κα­λούν σει­σμούς ή εκρή­ξεις, στις οποί­ες η φύ­ση δεν θα εί­χε άλ­λη επι­λο­γή από το να συ­γκα­τα­τί­θε­ται. Την ίδια στιγ­μή, ο ντε Σαντ, δια­με­τρι­κά αντί­θε­τος με από­ψεις με­τα­γε­νέ­στε­ρων μο­ντέρ­νων δια­νοη­τών, δη­λώ­νει ότι η θα­να­τι­κή ποι­νή ήταν το φο­βε­ρό­τε­ρο πράγ­μα, γι΄αυ­τόν, μο­λο­νό­τι, σε όλα τα έρ­γα του, πα­ρι­στά­νει την θα­νά­τω­ση του άλ­λου ως αγα­θό. Στο έρ­γο του Η φι­λο­σο­φία του Μπο­ντουάρ, κα­τα­δι­κά­ζει μά­λι­στα την κα­τα­δί­κη της θα­να­τι­κής ποι­νής επι­κα­λού­με­νος την αρ­χή σύμ­φω­να με την οποία δεν μπο­ρεί κα­νείς να επι­βάλ­λει εν ψυ­χρώ μια τι­μω­ρία σε­ε­γκλή­μα­τα που προ­ξε­νεί το άλο­γο ξέ­σπα­σμα των πα­θών. Και με την αρ­χή αυ­τή που εί­ναι η βά­ση των κρί­σε­ων του, ο ντε Σαντ δια­κη­ρύσ­σει ότι δεν εί­ναι επι­τρε­πτό ού­τε απο­δε­κτό να μπο­ρεί κα­νείς να τι­μω­ρεί κά­ποιον ώς το ση­μείο να τον θα­να­τώ­νει, με δι­κα­στι­κή από­φα­ση που υπα­γό­ρευ­σε η ψυ­χρή λο­γι­κή.
Με την ανα­φο­ρά του στον ντε Σαντ, ο Μπρε­τόν επι­χει­ρεί να δεί­ξει ότι ο ένας μα­γνη­τι­κός πό­λος για το κα­κό εί­ναι το αν­θρώ­πι­νο πνεύ­μα, ο άλ­λος εί­ναι η ίδια η φύ­ση∙ δυο αντί­θε­τες με­τα­ξύ τους δυ­νά­μεις, που η μια θέ­λει να ιδιο­ποι­η­θεί την άλ­λη, όχι μό­νο για την επι­τέ­λε­ση μορ­φο­γε­νέ­σε­ων , αλ­λά και κα­τα­στρο­φών. Για να εξη­γή­σει την σχέ­ση της φύ­σης με το πνεύ­μα ―πη­γές του κα­λού και του κα­κού και τα δυο― ο Μπρε­τόν ανα­τρέ­χει στον μα­γνη­τι­σμό, αφού η φύ­ση ασκεί έλ­ξη στο πνεύ­μα, και το αντί­στρο­φο.
Το ζή­τη­μα της μα­γνη­τι­κής έλ­ξης-απώ­θη­σης με­τα­ξύ φύ­σης και πνεύ­μα­τος, το οποίο θέ­τει ο Μπρε­τόν, το αντι­με­τώ­πι­σε, νη­φα­λιό­τε­ρος από τον ντε Σαντ, δια­λε­κτι­κά και ομο­λο­γου­μέ­νως πιο ψύ­χραι­μα ο Καντ, ξε­περ­νώ­ντας την μη­χα­νι­στι­κή κο­σμο­α­ντί­λη­ψη που επι­κα­θο­ρί­ζει τη νευ­τω­νι­κή φυ­σι­κή, όπως, άλ­λω­στε, και την κα­τη­γο­ρι­κή προ­στα­γή στην οποία ανα­φέρ­θη­κε στην Κρι­τι­κή του Πρα­κτι­κού λό­γου (1788), πι­θα­νό για να δεί­ξει ως ντεϊ­στής που ήταν ότι δεν εί­χε σχέ­ση με τον αθεϊ­σμό που του κα­τα­λό­γι­σαν οι αντι­δια­φω­τι­στές, όταν λί­γο με­τά, με οδη­γό τον Αρι­στο­τέ­λη, γρά­φει την Κρι­τι­κή της κρι­τι­κής δύ­να­μης, όπου, τώ­ρα, η φύ­ση ως ορ­γα­νι­κή τε­λο­λο­γι­κή δύ­να­μη προι­κί­ζει το αν­θρώ­πι­νο πνεύ­μα με ιδιο­φυία και το κα­θι­στά ικα­νό να με­τα­στρέ­φει δό­λιες βλέ­ψεις σε βλέ­ψεις με τις οποί­ες η ορ­γα­νι­κή φύ­ση και η αν­θρώ­πι­νη φύ­ση δί­νουν στην Ιστο­ρία προ­ο­ρι­σμό και κα­τεύ­θυν­ση. Για τον Καντ, ο άν­θρω­πος, αν και κα­κός από την φύ­ση του, εγω­πα­θής, φί­λαρ­χος, άπλη­στος, αντί για το κα­κό, κά­νει, πολ­λές φο­ρές, το κα­λό.

Πολ­λές φο­ρές! Αλ­λά πό­σες; Ο Καντ, θα μπο­ρού­σε να συ­μπε­ρά­νει την ισορ­ρο­πία της άγριας και ει­δυλ­λια­κής φύ­σης, ανα­τρέ­χο­ντας στα το­πία του Βα­τό. Όλως πα­ρα­δό­ξως, στην Κρι­τι­κή της κρι­τι­κής δύ­να­μης (1790), δεν ανα­φέ­ρε­ται σε συ­γκε­κρι­μέ­να ζω­γρα­φι­κά έρ­γα. Έτσι θα πρέ­πει να ξα­να­πά­με από την τέ­χνη στην φι­λο­σο­φία για μιαν ευ­θύ­βο­λη κα­τα­νό­η­ση.
Στο Υπό­γειο του Ντο­στο­γιέφ­σκι δια­βά­ζου­με:

« …Βλέ­πε­τε, αν κά­πο­τε η βού­λη­ση συ­να­ντη­θεί με την κρί­ση, τό­τε πια θα κρί­νου­με και δεν θα θέ­λου­με. Κυ­ρί­ως για τον λό­γο ότι εί­ναι αδύ­να­το, δια­τη­ρώ­ντας την κρί­ση, να θέ­λου­με πχ. ανοη­σί­ες και να ενα­ντιω­νό­μα­στε εν γνώ­σει μας στη λο­γι­κή, επι­ζη­τώ­ντας εκεί­να που μας βλά­πτουν…»

Και πα­ρα­κά­τω : 

«Βλέ­πε­τε, κύ­ριοι, η κρί­ση εί­ναι κα­λό πράγ­μα, αυ­τό εί­ναι αναμ­φι­σβή­τη­το, μα η κρί­ση εί­ναι μό­νο κρί­ση και ικα­νο­ποιεί μο­νά­χα τις λο­γι­κές ιδιό­τη­τες του αν­θρώ­που, ενώ η βού­λη­ση εί­ναι εκ­δή­λω­ση ολό­κλη­ρης ζω­ής, δηλ. της ζω­ής κά­θε αν­θρώ­που που συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει στο φά­σμα της την κρί­ση και τη λο­γι­κή και όλων των άλ­λων. Και μο­λο­νό­τι η ζωή μας, στην εκ­δή­λω­σή της, συ­χνά κα­τα­ντά­ει μια μι­κρο­α­θλιό­τη­τα, εί­ναι πά­ντα ζωή κι όχι απλό εξα­γό­με­νο τε­τρα­γω­νι­κής ρί­ζας . Εί­ναι απο­λύ­τως φυ­σι­κό πχ, να θέ­λω να ζή­σω για να ικα­νο­ποι­ή­σω όλες μου τις ικα­νό­τη­τες κι όχι μό­νο για να ικα­νο­ποιώ μια μό­νο, την ικα­νό­τη­τα της κρί­σης, κά­που, δη­λα­δή, το ένα ει­κο­στό της συ­νο­λι­κής ικα­νό­τη­τάς μου για ζωή. Τι ξέ­ρει η κρί­ση; Η κρί­ση ξέ­ρει μο­νά­χα εκεί­νο που πρό­φτα­σε να μά­θει (εί­ναι πολ­λά που μπο­ρεί να μη τά ‘μα­θε πο­τέ. Αυ­τό μπο­ρεί να μην εί­ναι πα­ρή­γο­ρο, μα για­τί τά­χα να μη το πω;) ενώ η αν­θρώ­πι­νη φύ­ση ενερ­γεί όλη, συ­νο­λι­κά, με όλα όσα έχει μέ­σα της, συ­νει­δη­τά και ασυ­νεί­δη­τα και, μο­λο­νό­τι σφάλ­λει, ζει, ωστό­σο. Υπο­πτεύ­ο­μαι, κύ­ριοι πως με κοι­τά­τε με συ­μπό­νοια, όπως δεν μπο­ρεί ο φω­τι­σμέ­νος και εξε­λιγ­μέ­νος άν­θρω­πος, μ΄ άλ­λα λό­για, όπως θα ναι ο μελ­λο­ντι­κός άν­θρω­πος, εν γνώ­σει του να θέ­λει κά­τι ασύμ­φο­ρο γι΄αυ­τόν, όπως εί­ναι τα μα­θη­μα­τι­κά».

Ο ήρω­ας του Υπο­γεί­ου, ένας από χρό­νια συ­ντα­ξιού­χος δη­μό­σιος υπάλ­λη­λος, έχει κα­τά νου τις αντι­κει­με­νι­κές προσ­διο­ρι­στι­κές κρί­σεις που αρ­θρώ­νει η τυ­πι­κή, αξιω­μα­τι­κή και μα­θη­μα­τι­κή λο­γι­κή της σύγ­χρο­νης επι­στή­μης, με φο­ρέα το ατο­μι­κι­στι­κό εγώ , ξέ­νο από τον έξω κό­σμο των άλ­λων, που κρα­τά υπό τον έλεγ­χό του το ασυ­νεί­δη­το και απω­θεί τις φω­νές που το κα­θι­στούν θύ­μα των τρο­με­ρών ενορ­μή­σε­ων του έρω­τα και του θα­νά­του, της δη­μιουρ­γί­ας και της κα­τα­στρο­φής, ενορ­μή­σε­ων, που το πα­ρα­σύ­ρουν να πα­ρα­βιά­ζει το απο­δε­δειγ­μέ­νο και ανα­ντίρ­ρη­το 1+1=2. Για­τί από τα μα­θη­τι­κά θρα­νία ακό­μη, του έμα­θαν να πι­στεύ­ει πως η ανορ­θό­λο­γη επι­θυ­μία δια­φω­νεί με την θε­τι­κι­στι­κή ratio, με την οποία η ανα­δυό­με­νη φι­λε­λεύ­θε­ρη τά­ξη πραγ­μά­των υπο­κα­τέ­στη­σε την επι­στή­μη της κρι­τι­κής , την εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη δη­λα­δή, φι­λο­σο­φία στον ρό­λο της γνω­σιο­θε­ω­ρί­ας, και την αν­θρω­πο­κε­ντρι­κή με­τα­φυ­σι­κή στο ρό­λο της κο­σμο­α­ντί­λη­ψης και της οντο­λο­γί­ας, κα­ταρ­γώ­ντας, έτσι, τα ρι­ζι­κά ερω­τή­μα­τα του τι, του για­τί, και προς τι πραγ­μά­των που μας βα­σα­νί­ζουν. Αγνο­εί έτσι ακό­μη και τις δι­κές του συ­νει­δη­σια­κές κρί­σεις που με την συ­νέρ­γεια μιας βού­λη­σης-σφή­νας στην καρ­διά του πνεύ­μα­τος, ανοί­γε­ται με τόλ­μη στον πό­θο του ωραί­ου ή του θε­τι­κού και ρί­χνε­ται με πά­θος να το πραγ­μα­τώ­σει. Πράγ­μα που δεν εί­ναι μύ­θος ή ψέ­μα, αλ­λά αλή­θεια που επι­βε­βαιώ­νει η έμπρα­κτη, συ­γκε­κρι­μέ­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Γι αυ­τό και ρω­τά τους φα­ντα­στι­κούς ακρο­α­τές του αν ο άν­θρω­πος μπο­ρεί εξε­πί­τη­δες, συ­νει­δη­τά, να θέ­λει κά­τι, ακό­μη και βλα­βε­ρό γι’ αυ­τόν ή πο­λύ ανό­η­το, χω­ρίς να εί­ναι υπο­χρε­ω­μέ­νος να θέ­λει μο­νά­χα τα σω­στά και τα λο­γι­κά, ακό­μη και αν αυ­τά εί­ναι, σε ορι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, συμ­φε­ρό­τε­ρα.
Για­τί, ενώ έτσι αντι­βαί­νει και στα πιο στέ­ρεα λο­γι­κά συ­μπε­ρά­σμα­τα, δια­τη­ρεί πα­ρό­λ’ αυ­τά το κυ­ριό­τε­ρο και το προ­σφι­λέ­στε­ρο , δη­λα­δή την προ­σω­πι­κό­τη­τα και την ατο­μι­κό­τη­τα του.
Ο Ντο­στο­γιέφ­σκι, μέ­σω του ήρωά του Υπο­γεί­ου, το­νί­ζει πως η προ­σω­πι­κό­τη­τα του εί­ναι για τον άν­θρω­πο πραγ­μα­τι­κά το πο­λυ­τι­μό­τε­ρο πράγ­μα και η βού­λη­σή του, αν δεν την κα­τα­χρά­ται, μπο­ρεί και συμ­φω­νεί με την λο­γι­στι­κή5 κρί­ση του. Πο­λύ συ­χνά, όμως, και ίσως, τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, όσα θέ­λει, επι­τα­κτι­κά και από­λυ­τα, δια­φω­νούν με αυ­τήν. Ο Ντο­στο­γιέφ­σκι, μέ­σω του ήρωά του, στη­λι­τεύ­ει τον στυ­γνό ορ­θο­λο­γι­σμό με τον οποίο όλοι συν­δέ­ουν το κα­λό, αφού κρα­τά υπό τον έλεγ­χό του το ασυ­νεί­δη­το, και την επι­θυ­μία που εδρά­ζει σ΄αυ­τό, όπως δεν δί­στα­σε να υπο­στη­ρί­ξει και ο Φρόιντ , λί­γα χρό­νια με­τά το θά­να­το του Ρώ­σου συγ­γρα­φέα. Αλ­λά ο Φρόιντ, ομο­νο­ώ­ντας με το θε­τι­κι­στι­κό πνεύ­μα της επο­χής του, πα­ρέ­βλε­ψε ότι η επι­θυ­μία, στα άδυ­τα του id, δί­νει το έναυ­σμα για την ανα­ζω­πύ­ρω­ση των πα­θών, πη­γή έμπνευ­σης για τον καλ­λι­τέ­χνη που τολ­μά να συ­γκρου­σθεί με την ακαμ­ψία της ratio, δεί­χνο­ντας ότι η πραγ­μα­τι­κή και συ­γκε­κρι­μέ­νη ζωη αναι­ρεί τα αξιώ­μα­τα της τυ­πι­κής λο­γι­κής. ‘Οπως και ο ήρω­ας του Υπο­γεί­ου, ο Φρόιντ κά­νει πως αγνο­εί ότι η επι­θυ­μία τρυ­πώ­νει στα μύ­χια του πνεύ­μα­τος και δια­περ­νώ­ντας τη συ­νεί­δη­ση, συ­νερ­γεί με την έλ­λο­γη κρι­τι­κή δύ­να­μή της, με την οποία απο­κρυ­πτο­γρα­φεί το ιστο­ρι­κο-κοι­νω­νι­κό, αλ­λά ακό­μη και το ρι­ζι­κό φα­ντα­σια­κό, ρί­χνο­ντας φως στα άδυ­τα του χα­ο­τι­κού δυ­να­μι­κού της. Να για­τί η κρί­ση συ­νει­δή­σε­ως,που κά­νει τον Ρα­σκολ­νι­κοφ να πα­ρα­δο­θεί στη δι­καιο­σύ­νη, με­τά το φο­νι­κό που δια­πράτ­τει, εί­ναι λυ­τρω­τι­κή, κα­θώς με­τα­τρέ­πει την τι­μω­ρία σε σω­τη­ρία.
Ο Χέρ­μαν Μπροχ, επί τα ίχνη του ντο­στο­γιεφ­σκι­κού Υπο­γεί­ου, και έχο­ντας κα­τά νου την αξια­κή βού­λη­ση που εμ­φι­λο­χω­ρεί στην πρα­ξια­κή σκέ­ψη, εν­σω­μα­τώ­νει στον τρί­το τό­μο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Υπνο­βά­τες, γραμ­μέ­νο με­τα­ξύ 1929 και 1931, ογδό­ντα οκτώ μι­κρά, πλην ελα­χί­στων εξαι­ρέ­σε­ων, κε­φά­λαια.
Κά­ποια, δέ­κα στον αριθ­μό, τι­τλο­φο­ρού­νται «Η κα­τάρ­ρευ­ση του συ­στή­μα­τος αξιών», ενώ το τε­λευ­ταίο που εί­ναι και το μα­κρο­σκε­λέ­στε­ρο, κλεί­νει το μυ­θι­στό­ρη­μα. Εν­δια­μέ­σως, κά­ποια άλ­λα φέ­ρουν τον ση­μαί­νο­ντα τί­τλο «Η ιστο­ρία της κο­πέ­λας του Στρα­τού Σω­τη­ρί­ας», υπο­κα­τά­στα­το της εκ­μη­δε­νι­σμέ­νης θρη­σκευ­τι­κό­τη­τας, που έστω και στα ψέ­μα­τα απαλ­λάσ­σε­ται από το ρό­λο εξι­λα­στη­ρί­ου θύ­μα­τος.» Η ιδέα όμως του εξι­λα­στη­ρί­ου θύ­μα­τος εί­ναι ζω­ντα­νή και ολο­κά­θα­ρη και στο άλ­λο του μυ­θι­στό­ρη­μα Τα μά­για, όπου η μυ­θι­κή σκέ­ψη συ­να­γω­νί­ζε­ται σε δυ­να­μη με τη λο­γι­κή .
Για τον Μπροχ, το ζή­τη­μα του κα­κού ανα­φύ­ε­ται σε επο­χές ανι­σορ­ρο­πί­ας ανορ­θο­λο­γι­σμού και ορ­θο­λο­γι­σμού, σε επο­χές χά­ους. Το ανορ­θό­λο­γο εί­ναι η ου­σία των σιω­πη­λών πρά­ξε­ων που δια­πράτ­το­νται από αφα­σι­κούς δρά­στες, σε ένα σύ­στη­μα αξιών, που κα­νείς δεν παίρ­νει τοις με­τρη­τοίς, αφού σκο­πός του εί­ναι να συ­γκα­λύ­πτει το ανορ­θό­λο­γο της εμπει­ρί­ας της επί­γειας ζω­ής . Το ανορ­θό­λο­γο (ορ­μές, συ­ναι­σθή­μα­τα, πό­θοι) εί­ναι το από­λυ­το της ζω­ντα­νής ζω­ής, ενώ το ορ­θο­λο­γι­κό το από­λυ­το της θε­ώ­με­νης και άπρα­γης σκέ­ψης. Οι δυο δυ­νά­μεις οδεύ­ουν πα­ράλ­λη­λα. Ο γνω­σιο­θε­ω­ρη­τι­κός και ηθι­κός μη­χα­νι­σμός της μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής αλη­θο­φά­νειας που κι­νούν τις αν­θρώ­πι­νες πρά­ξεις, χρη­σι­μεύ­ουν σαν λο­γι­κές γέ­φυ­ρες που απο­μα­κρύ­νουν τον άν­θρω­πο από το ανορ­θό­λο­γο της κα­κί­ας και την υπο­χθό­νια ει­σβο­λή της στην κρι­τι­κή δύ­να­μη του μή­πως και τον οδη­γή­σουν σε μια με­τα­φυ­σι­κή ιδέα/αξία που να βγά­ζει νό­η­μα σε έναν κό­σμο ανί­ε­ρης και ερει­πώ­νου­σας βί­ας.
Η διά­πλα­ση των ηθών και του ήθους, ενώ εί­ναι ο ηθι­κός στό­χος κά­θε αξια­κού συ­στή­μα­τος, πά­ντα απο­τυγ­χά­νει, για­τί η άκαμ­πτη μέ­θο­δος του «πρέ­πει=μπο­ρεί» που επέ­λε­γε η που­ρι­τα­νι­κή κοι­νω­νία, έως ότου αποϊ­ε­ρο­ποι­η­θεί καια­πο­χα­λι­νω­θεί, αντί να αγ­γί­ζει το ανόρ­θο­λο­γο των συ­ναι­σθη­μά­των και των βιω­μά­των, το μό­νο που έκα­νε και συ­νε­χί­ζει να κά­νει αποϊ­ε­ρο­ποι­η­μέ­νη και αχα­λί­νω­τη , εί­ναι να το εξα­το­μι­κεύ­ει, φέρ­νο­ντάς το στα μέ­τρα του κα­θε­νός. Ο υπε­ρορ­θο­λο­γι­σμός του Υπε­ρε­γώ εί­ναι ακό­μη πιο κα­τα­δι­κα­στέ­ος από τον ορ­θο­λο­γι­σμό και την αυ­το­κα­τα­στρο­φι­κή του μα­νία, και πιο αμαρ­τω­λός από την ανορ­θό­λο­γη κα­κία, αφού η ακαμ­ψία του ανα­στέλ­λει την στο­χα­στι­κή κρί­ση, προ­κα­λώ­ντας, αντί­θε­τα με την βλέ­ψη του, την κα­τάρ­ρευ­ση αρ­γά, πλην στα­θε­ρά, του συ­στή­μα­τος της γε­νι­κευ­μέ­νης ανο­χής όχι μό­νο στο ανορ­θό­λο­γο κα­κό, αλ­λά και στην εξορ­θο­λο­γι­σμέ­νη πα­νουρ­γία του δό­λου και της απά­της .